Σε Θέλω

Σε Θέλω

Βογγάει ο πεθαμενατζής,

με κράζει ο λατερνατζής,

και ένοχα μου λεν να σε ξεχάσω·

σπασμένα τα καμπαναριά,

εκπνεύσανε όλα τα πνευστά,

με φτύνουνε πικρά, με καταφρόνια…

Μα εγώ,

Σε θέλω

Σε θέλω

Σε θέλω

– Δεν ήρθα εγώ στη Γή για να σε χάσω!

Σαλτάρει ο πολιτευτής,

στα δάκρυα ποτισμένης γής,

που μάνες κλάψαν ενώ μας προσμέναν·

Σωτήρες υπνηλιακοί,

και διάφοροι άλλοι οχληροί,

ζητούν να σου ανοίξω την αγκάλη·

Κι εγώ

Σε θέλω

Σε θέλω

Σε θέλω

-Δεν πρόκειται εγώ να σε ξεχάσω!

Οι γέροι όλοι ψοφήσανε,

κι ούτε καν αγαπήσανε·

μα οι κόρες τους τώρα

με βάζουν κάτω.

Γυρνώ προς τη βασίλισσα,

κοιτώ τη θεραπαίνιδα,

και ξέρει ότι μ’ αρέσει να

κοιτάζω·

δε της διαφεύγει τίποτα,

για ποιά η καρδούλα μου χτυπά

κιόλας  γνωρίζει·

Σε θέλω

Σε θέλω

Σε θέλω

-Παιδί μου θέλω εγώ να σ’ αγκαλιάσω!

Τώρα ήρθε τ’ αγοράκι σου,

παρά τα τσαλιμάκια του,

του βούτηξα -ο αισχρός- το φλάουτό του·

Αυτό επειδή ψευδότανε·

και όλο σου ριχνότανε,

κι ήταν και τυχερούλης ο μπαγάσας.

Μα εγώ

Σε θέλω

Σε θέλω

Σε θέλω

Δεν ήρθα εγώ στη Γή για να σε χάσω!

 

Νικόλας Γκόγκος 21 Μαρτίου 2017, Παγκόσμια ημέρα της Ποίησης·

μεταγραφή του “I Want you” του Bob Dylan,  Blonde on Blonde, 1966.

screen-shot-2014-11-06-at-4-00-22-pm

O Bob δε χρειάζεται συστάσεις… Μέχρι και Νόμπελ πήρε ο άνθρωπας.

Vestire gli ignudi

Vestire gli ignudi

(χωρίς πλάκα).

Ελπίζω λοιπόν,

ότι ξεπλένω και πνίγω κι αποτεφρώνω

κι εξαφανίζω βγάζοντάς τον σαν τσιρότο τον δικό μου ερωτισμό,

στη σκάφη της ικανοποίησης του δικού σου –εάν

διαθέτεις– κι εάν ναι, και αντιστρόφως διατυπώνω

εκ μέρους σου την ίδια ευχή για μένα.

Πρέπει να μελετήσω τη δικιά σου ορμή,

υπό τον προβολέα της άδειας

και της βοήθειάς σου επίσης.

Σαν doctor J. θα πνίξω, θα ψεκάσω

DDT κατάμουτρα τους μολυσμένους διάβολους,

στοιχειά και τρόμους, διάσπασης και κρυψίνοιας.

Αφού παραδεχτώ, πώς πράγματι πειραματίστηκα

αγαπώντας σε,

έτσι ανιδιοτελώς –και τα κατάφερα σχεδόν να πάρει ο διάλος–

Πάντως καλά το ένστικτο της φύσης μας,

Σού ’δωσε δυσπιστία επί του ανδρός το θέμα.

Μια είν’ η λύση φίλη μου εν πάση περιπτώσει,

και όσο το νωρίτερο, τόσο και το καλύτερο.

Ξεγυμνωνόμαστε, κι άμα προλάβουμε,

ντυνόμαστε ο ένας με τον άλλο.

Νικόλας Γκόγκος_MMXVII

Φωτό: Romano Pelloni

romano-pelloni

Αδάμ στην Εύα

Αδάμ στην Εύα

Εσύ γυναίκα μου λατρευτή!

Εσύ που μ’ αγάπησες, εγώ που σ’ αρνήθηκα˙

εσύ που μ’ αρνήθηκες, εγώ που σ’ αγάπησα˙

εσύ γυναίκα μου λατρευτή!

Εσύ που φοβήθηκες μήπως με χάσεις,

 μήπως γίνω κάποιος ξένος,

εγώ που φοβήθηκα μήπως σε χάσω,

 μήπως γίνεις κάποια ξένη,

κι όμως, εσύ με γέννησες!

Εσύ με θήλασες το μέλι και το γάλα της ζωής!

Εσύ μου έμαθες τον πόνο της ψυχής.

Κι όμως, εγώ σε έσπειρα!

Εγώ σε θήλασα το σπέρμα και το άλας της ζωής!

Εγώ σε έμαθα γλυκιά μου να ποθείς.

Εσύ γυναίκα μου λατρευτή!

Εσύ που μ’ έριξες στα πιο μεγάλα τα σκοτάδια αυτής της Γής,

εγώ που σ’ έριξα στα ίδια τα σκοτάδια.

Εσύ που λαχταράς κι ανησυχείς και υποφέρεις κι ονειρεύεσαι

για μένα,

εγώ που πονώ, πεθαίνω, κι ανασταίνομαι για σένα.

Σύ που φοβήθηκες μήπως ξεχάσω να ονειρεύομαι για σένα,

αλλά έκανες λάθος˙

‘γώ που φοβήθηκα μήπως ξεχάσεις να ονειρεύεσαι για μένα,

αλλά έκανα λάθος κι εγώ.

Ώ, εσύ γυναίκα μου λατρευτή!

Σύ που μ’ αγάπησες, κι αγάπησες μέσα

από μένα να θέλεις,

γώ που σ’ αγάπησα, κι

αγάπησα μέσα από εσένα να κερδίζω

ό,τι θέλεις,

πάντα από μέσα σου

αγαπούσα,

γιατί μέσα σου πάντα

με είχες στην αγάπη.

Εγώ που θέλω να σε κερδίζω ξανά και ξανά και ξανά,

για να υποταχτώ

ξανά και ξανά, στην αγάπη σου πάλι.

Εσύ που θέλεις να δυναμώνω ξανά και ξανά και ξανά,

για να κερδίσεις και να υποταχτείς ξανά στην αγάπη μου πάλι.

Εσύ γυναίκα μου λατρευτή!

Σύ που γνωρίζεις του κόσμου τα βαθειά μυστικά,

κι όμως τ’ αρνείσαι.

Που γνωρίζω ότι ξέρεις,

κι έτσι, τ’ αρνούμαι κι εγώ˙

Εσύ γυναίκα μου λατρευτή!

Εσύ που με ξέρεις καλύτερα από σένα

την ίδια,

Εγώ που σε νιώθω καλύτερα από μένα

τον ίδιο,

Ναι είναι ξεκάθαρο!

Οφείλουμε ο ένας στον άλλο ζωή!

Νικόλας Γκόγκος_ ΜΜΙΙΙ
Φωτό: Jost Amman – Adam & Ève croquant le fruit

de l’ Arbre de la Connaissance du Bien & du Mal (1587)

gonsalves

Σ’ ευχαριστώ που έψαξες το σπίτι

Σ’ ευχαριστώ που έψαξες το σπίτι

Αναζητώντας την οικία του ποιητή,

ένα ρόπτρο εβραϊκό με το άστρο του

Δαυίδ,

κάτω από χέρι μπρούτζινο και

δαχτυλιδοφορεμένο,

Τί έκανε; Μας υποδέχτηκε;

Ώς ένδειξη; Ώς σήμανση;

Ώς τί;

Και μέσα στο λιθόχτιστο περβόλι,

σε κάποια ξέξασπρη ταράτσα

με θέα όλο το νησί,

Θα έγραψε το “bird on the wire”,

το “story of Isaac”,

τo “you know who I am” και το

Im your man.

Δεν ξέρω αν κάναμε τάμα,

ή κάποια προσευχή,

εσύ γυναίκα μου άναψες,

για μένα το κερί,

Κι αν έγραφε rock star

σ’ ένα λιθάρι του σπιτιού

του Cohen με μαρκαδόρο,

μάλλον με κάποια πικρία αστειευτική θα ήταν,

που ούτε κι αυτός που την συνέλαβε θα γνώριζε

ακριβώς το νόημά της.

Στον αναγνώστη και στον ακροατή,

και στον ερχόμενο τον ποιητή,

ας φτάσει του νήματος η αρχή,

το παραμύθι, να ξαναρχίσει.

Ώθηση!

Ο τροχός του πεπρωμένου ξανά

να γυρίσει…

Ύδρα, Veranda, XXVIII-V-MMVI Στη Δανάη Βαή.

spiti_ydra2

Φωτό: Η πόρτα του Ποιητή στην Ύδρα, σήμερα…

Θρήνος

Θρήνος

Στριμωγμένο παιδάκι

κάτω από μια μαύρη σκάλα

Κλαίει και κανείς δεν τ’ ακούει

τρέμει γι’ αυτό του το χούι

Μα ειν’ η ζωή σαν μια λάμπα

τρέμει λιγάκι και σβήνει

Κι όσο κι αν τρέχουν τα μάτια

αγάπη δεν έχει απομείνει.

Είν’ η καρδιά του σαν πέτρα,

πέφτει-μεμιάς πάτο πιάνει

Και το πρωί σαν ξυπνάει

η αρρώστια δε θα ’χει γιάνει.

Μαγεμένο παιχνίδι

βγαίνει και τρέμει η φωνή του

Όσο έξω λουλούδια ανθίζουν

μέσα μαραίνει η ψυχή του.

Καμιά φορά στη ζωή μας

βρίσκουμε αυτά που ζητάμε

Μα σπάει του διαβόλου το πόδι

κι έτσι δεν τ’ αποκτάμε.

Νικόλας Γκόγκος_MMXVI_Της Άννας. Και της «Πνιγμένης».

1920x1080

13 Χαϊκού για το 2013

13 Χαϊκού για το 2013

Mεταμορφώσεις˙

Οι μέρες μας όλες τους

βρέχουν συμπτώσεις

 

Μικραίνω, σβήνω

τ’ ανεπίδοτο φιλί

μ’ εκμηδενίζει

 

Προσφέρονται εδώ

ιάσεις γενόσιμες

τιμές προσιτές

 

Ξαναπληρώνω

πέντε λέξεις στιλβώνω

αντέχω, γιατί;

 

Ρουφάω ήλιο

κατακαμένος όμως,

με λυπήθηκα

 

Κόβομαι τώρα

σε θέλησα ολόκληρη

μα έκανα λάθος

 

Στέκω στο χάος

το σύννεφο αλλάζοντας

με περιπαίζει

 

Μάτι γουρλώνω

αδειάζω τα μέσα μου

δεν ξαλαφρώνω

 

Άσαρκη λέξη

το είναι μου χάνεται

στο πρόσταγμά σου

 

Έχω τεντώσει

χορδή που το άγγιγμα

θα ξετινάξει

 

Τρομάζει η σκέψη

ζωής παρασκήνιο

κόλαση ίδια

 

Χτύπησ’ η φλέβα

ο καρπός του χεριού μου

αργοπεθαίνει

 

Δίχως αγάπη

ετούτη η κόλαση

θα θριαμβεύσει

 

 

 

 Νικόλας Γκόγκος_MMXIII

11_1834_bullfinch_and_weeping_cherry_2k

Φωτό: Katsushika Hokusai__Βullfinch and weeping cherry

 

Το Τέλος

Το τέλος

Ήρθε το τέλος όμορφη φίλη. Είναι το τέλος μόνη μου φίλη. Κάθε ανταπόκρισης σ’ αγάπη. Το τέλος. Κάθε αξίας
ορθής. Το τέλος. Καμία έκπληξη ούτε ασφάλεια. Το τέλος. Δεν θα κοιτάξω μες τα μάτια σου ξανά.
Μπορείς να δεις πως θα ’μαστε απέλπιδες σε ανάγκη,
για κάποια χείρα βοηθείας ενός ξένου,
σε μιάν απελπισμένη γη.
Ελεύθεροι και ανοριακοί. Χαμένοι στης οδύνης – ερημία Ρωμαϊκή,
θε ν’ αγκαλιάσουμε τον πόνο.
Κι όλα τα παλληκάρια είναι παράλογα κι όλες οι κοπελιές, το ίδιο.
-Ζώντας μονάχα για μια θερινή βροχή.
Ναι, υπάρχει κίνδυνος στην κόψη αυτής της πόλης.
Καβάλα τη βασιλική άβενιου μωρό μου,
παράξενες σκηνές μες τα χρυσορυχεία…
Καβάλα τη λεωφόρο δυτικά μωρό μου. Καβάλα το φίδι.
Καβάλα το φίδι ως την πανάρχαια τούτη λίμνη.
Μωρό μου, το φίδι αυτό είναι επτά μίλια μακρύ.
Καβάλα τον φίδη. Ξέρεις είν’ γέρος και το δέρμα του είν’ ψυχρό.
Καλύτερη είν’ η Δύση. Καλύτερη είν’ η Δύση. Φτάσε μονάχα πρώτα εκεί και βρίσκουμε τα ρέστα.
Το μπλε λεωφορείο μας καλεί. Το μπλε λεωφορείο μας καλεί. Οδηγέ, πού μας πάς; Πού μας αδειάζεις;
Γιατί ο φονιάς ξύπνησε λίγο πριν την αυγή. Και φόρεσε τις μπότες του. Κι έκλεψε κάποια μάσκα απ’ την αρχαία γκαλερί. Περπάτησε στο διάδρομο. Και πήγε ως το δωμάτιο. Που ζούσε η αδερφή του. Μετά ξεπλήρωσε μια
επίσκεψη στον μόνο του αδερφό. Και μετά τράβηξε το διάδρομο και ήρθε σε μια πόρτα. Κοίταξ’ έπειτα μέσα.
«Πατέρα;»
«Ναι γιέ μου;»
«Θα πεθάνεις».
«Μητέρα; …Θα σε…»
Έλα μωρό μου και δοκίμασε την τύχη σου με μάς. Έλα μωρό μου και δοκίμασε την τύχη σου με μάς. Συνάντησέ με πίσω απ΄ το μπλε λεωφορείο. Ξέρεις, βραχάκι μπλε κουμπώνοντας, μέσα στο μπλε λεωφορείο. Ώωωου, ναι!
Αυτό είναι το τέλος όμορφη φίλη, μόνη μου φίλη. Το τέλος.
Θα πρέπει να σ’ ελευθερώσει, αν και πονά, μιας και ποτέ δε μ’ ακολούθησες, ποτέ σου…
Το τέλος είν’ του γέλιου, των ψεμάτων των γλυκών, το τέλος των βραδιών που πήγαμε να σκοτωθούμε.
Είναι : Το Τέλος.

Jim Morisson – “The end”_Μεταγραφή, Νικόλας Γκόγκος_MMXVI
Σ.Τ.Μ. Ας εκληφθεί ως παραλλαγή, παραβολής της έξωσης,
των δύο πρωτοπλάστων.