Leonard Cohen: Το Tραγούδι του Ξένου

Το Tραγούδι του Ξένου.

Αλήθεια ήταν χαρτόμουτρα

οι άντρες που σου ’λάχαν

αν κι όλοι διαβεβαίωναν

πως ’κοψαν το χαρτί,

κάθε φορά που μια φωλιά

τους πρόσφερες εσύ.

κι ειν’ ζόρικο το χέρι να

να τους δίνεις…

Ξέρω τ’ αντράκι αυτό,

σα το άλλο μου μισό.

Δες φτάνει στα ουράνια

για να πα να τσακιστεί.

Για δες πως σκαρφαλώνει

για να πέσει.

Κι όταν μετά απ’ το πάτωμα,

μάζευες τα παλιόχαρτα

που είχαν τον «τρελό» ζωγραφισμένο,

εκεί ήταν που κατάλαβες

πως τίποτα δεν σ’ άφησε˙

δεν σ’ άφησε πολλά,

ούτε ένα γέλιο…

Σαν όλα τα χαρτόμουτρα,

φίνο χαρτί περίμενε˙

πάσο πια δεν θα πήγαινε,

θα ’πιανε την καλή.

Ένας τυχαίος Ιωσήφ

πού γύρευε τη φάτνη.

Κάποιος τυχαίος που έψαχνε

να βρει να ταϊστεί.

Κι όταν αργότερα εσύ

απ’ το παράθυρο σου,

κοιτάς καρτερικά

και τον προσμένεις…

Αυτός θα πει:

«-τον Ανδρισμό

μου χάλασες μωρή

με την αγάπη,

τη στοργή,

με τη φωλιά σου.»

Θα ξετρυπώσει ένα παλιό

του τραίνου δρομολόγιο,

μες από το τριμμένο

πορτοφόλι.

Θα μουρμουρίσει…

«-Στο ’χα πει,

ναι, στο ’χα πει

κορίτσι μου: Εγώ

δεν ήμουνα

παρά ένας ξένος.

Σου το’ χα πει πως

ήμουν ένας ξένος.»

Τώρα άλλος ένας απ’ αυτούς,

που τα όνειρά τους αγνοείς

σε θέλει να εμποδίσεις τα δικά σου.

Ξέρεις το αντράκι το θρασύ,

με το χρυσό το χέρι˙

τα φύλλα τα μοιράζει

μ’ ευκολία…

Μα ειν’ σάπιος απ’ τον ώμο

ως και τα νύχια.

Ναι τώρα σάπισε μέχρι τα νύχια.

Και θέλει ν’ ανταλλάξει λέει

το παίγνιο που σού ’παιξε

με τη δική σου την υπηρεσία…

Και ξέρει μια χαρά να κάνει τράμπες.

Σιχάθηκες το χέρι του,

που πάλι το κατέβασε

σα ν’ άφηνε άλλη μια

παρτίδα πρέφα.

Μιαν ιερή παρτίδα

άφησε πρέφα.

Και κει που παραμίλαγε,

στον ύπνο του, τον πρόσεξες˙

του ξέφευγε καπνός πίσω απ’ τον ώμο…

Φαρδύς δρόμος καπνού πίσω απ’ τον ώμο…

Του λες «-έλα και κάτσε εδώ.»

Κι όμως κοιτάς ξωπίσω σου,

η πόρτα σου ανοιχτή, μπάζει

η φωλιά σου…

Η πόρτα σου ανοιχτή,

μπάζει η φωλιά σου…

Και άνοιξες το μάνταλο

-του δρόμου-

δε φοβήθηκες,

εσύ ήσουνα Γλυκιά μου

ο μόνος Ξένος.

Εσύ ήσουνα αγάπη μου

ο Ξένος.

 «-Λοιπόν ναι, σε περίμενα

και ήμουνα πια σίγουρος˙

 θα σ’ έβλεπα εν μέσω δυο συρμών.

Νομίζω ήρθε η ώρα γι’ άλλο τραίνο…

 Κατάλαβε με, εκλιπαρώ,

ποτέ μου δεν απόχτησα

τον μυστικό κι ωραίο εκείνο χάρτη.

 Το χάρτη που θα έβγαζε

μια μέρα στην καρδιά σου,

μες την καρδιά αυτού εδώ

ίσως και του άλλου…»

Και έτσι όταν σου μιλά,

δεν ξέρεις τι αποζητά

δεν ξέρεις πια καθόλου

τι ζητάει…

Να βγείτε πάλι απόψε

σου ζητάει…

«-Αύριο, αν θες κι εσύ,

στη γέφυρα ας βρεθούμε.

Αυτή που χτίζουν πάνω στο ποτάμι.»

Αφήνει την πλατφόρμα για τ’ αμάξι.

Για έναν ύπνο γρήγορο στ’ αμάξι…

Μόλις ξεφώνισε

άλλο ένα καταφύγιο.

Και φαίνεται για μια στιγμή,

όχι ξένος, μα οικείος πολύ˙

λες: «-Εκεί στη γέφυρα, ή όπου αλλού

γουστάρεις».

Κι όταν μετά απ’ το πάτωμα,

μάζευες τα παλιόχαρτα

που είχαν τον «τρελό» ζωγραφισμένο.

εκεί ήταν που κατάλαβες

πως τίποτα δεν σ’ άφησε

δεν σ’ άφησε πολλά

ούτε ένα γέλιο…

Σαν όλα τα χαρτόμουτρα

φίνο χαρτί περίμενε

πάσο πια δεν θα πήγαινε,

σιγά μην έπαιζε άλλο.

Ένας τυχαίος Ιωσήφ

πού γύρευε τη φάτνη.

Κάποιος τυχαίος που έψαχνε

να βρει να ταϊστεί.

Κι όταν αργότερα εσύ,

απ’ το παράθυρό σου

κοιτάς καρτερικά

και τον προσμένεις,

Αυτός θα πει:

«-τον Ανδρισμό

μου χάλασες μωρή

με την αγάπη,

τη στοργή,

με τη φωλιά σου.»

Θα ξετρυπώσει ένα παλιό,

του τραίνου δρομολόγιο

μες από το τριμμένο

πορτοφόλι.

Θα μουρμουρίσει:

«-Στο ’χα πει,

ναι, στο ’χα πει

κοπέλα μου,

δεν ήμουνα εγώ

παρά ένας ξένος.

Σου το’ χα πει πως                                                                      

ήμουν ένας ξένος.»  

Μεταγραφή του «The Stranger Song»_Νικόλας Γκόγκος_MMX

3A426E5700000578-0-image-m-47_1478912458778                                                                      

Advertisements

Tiger Lillies: Πανηγύρι

Tiger Lillies: Πανηγύρι

Στο πανηγύρι έχασα, μια κι έξω την καρδιά μου·

ο κατηφής ο φασουλής, κάνει ν’ αχνογελάσει.

Πόσο γοργά πετάρισε

η αθωότητά μας·

και τη ζωή πόσο εύκολα

βρομίσαμε μεμιάς˙

Στο πανηγύρι έχασα, μια κι έξω την καρδιά μου,

χαζεύοντας τα παίγνια της δραχμής.

Σ’ εκείνα ήταν άραγε,

που ουρά έστηναν τα πλήθη,

ενώ ο θλιμμένος φασουλής,

τραβιότανε πιο ’κει;

Σήματα νέον, πρόστυχες, πουτάνες κερδισμένες,

πόσο γοργά η αγνότητα, σαρώθηκε κι αυτή.

Στο πανηγύρι έχασα, μια κι έξω την καρδιά μου·

σαν είδα ότι ήταν κάλπικη κι εμπορικώς διαθέσιμη,

καλοσυσκευασμένη: Για να ’ρχονται και πάλι.

Πόσο γοργά κουμπώνουμε τα ολόπικρα μας χάπια˙

στα νέον, πουτάνες και συκιές, πωλούνε –

συγκινήσεις της αράδας.

Τί σβέλτα οι κράχτες του πανηγυριού,

μαθαίνουν το επάγγελμα κι αρπάζουν τον πελάτη˙

ο εύκολος και γρήγορος παράς,

μονάχος στόχος.

Στο πανηγύρι έχασα, μια κι έξω την καρδιά μου·

ο κατηφής ο φασουλής, κάνει ν’ αχνογελάσει.

Πόσο γοργά πετάρισε η αθωότητά μας·

και τη ζωή πόσο εύκολα

βρομίσαμε μεμιάς˙

Μεταγραφή του «Fairground» των Tiger Lillies_Νικόλας Γκόγκος_MMXVII

IMG_4075

Φωτό: Δικό μου σχέδιο [μολύβια, μελάνια και γκουάς σε χασαπόχαρτο]_MMII

 

Τα φιλιά της Κάθυ

Τα φιλιά της Κάθυ

Της Κάθυς τα φιλούθκια,
σορωβολιάζονται απ’ το στόμα της στο πάτωμα·

σκόνη μαζεύουν, μα τα ζμπρώχνει παραχώνοντας,
κάτω απ’ την πόρτα όλα τα φιλιά της.

Της πέφτουν απ’ το σκονισμένο στόμα της,
της κακομοίρας μπρέ της Κάθυς, τα φιλιά της.

Κάθυ! Στείλε μου κι άλλα!
Φιλούθκια, Κάθυ!
Κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα!

Πολλά, πολλά, πολλά, πολλά, πολλά, πολλά!
Πολλάκια Φιλά!

Της Κάθυς τα φιλούθκια,
πως γλιστρούν
από το στόμα της στο πάτωμα·

σκόνη μαζεύουν,
μα εκείνη τα σαρώνει παραχώνοντας,
κάτω απ’ την πόρτα όλα τα βρώμικα φιλιά της.

Μεταγραφή του «Kathy’s Kisses» των Bitrhday Party_Νικόλας Γκόγκος_MMXVII

e507940737c35bd84842d812d1068a9f--lips-painting-painting-prints

ΦΡΟΫΔΙΚΟΝ

ΦΡΟΫΔΙΚΟΝ

Ήταν σωστός ο μπάρμπα-Φρόυντ

όταν μας έλεγε,

ότι οι τάξεις των ανδρών

που μπεκροπίνουνε,

και που φουμάρουν

σαν αράπηδες ταμπάκο,

πρέπει να πάσχουν από

κάποιο είδος καθήλωσης,

στην επιχείλιο περιοχή

εστιασμένη.

Είναι φιλήδονοι·

λυσσάρηδες για φίλημα·

μουρλοί επικούριοι,

γι’ αξιόγλυφτα βυζάκια.

Μα όταν χειλάκια και

στηθάκια δεν τους κάθονται,

τα κοπανούν, να πάνε κάτω τα

φαρμάκια.

 

Νικόλας Γκόγκος_MMXVII

 

sidmung-freud-reflejado-en-un-espejo-00

Φωτό: Sidmund Freud_Reflected in a mirror

An Odyssey

An Odyssey.

Έφυγες μακριά μου,

ταξιδιάρικο πουλί μου,

Έφυγα κι εγώ

σ’ ένα ταξίδι μες τον πόνο.

Δεν έσβησε από την ψυχή, ποτέ

η θύμησή σου,

τα μάτια μου απ’ τα μάτια σου,

ποτέ τους δεν χωρίσαν.

 

Άγγελε εσύ φτερούγισες  με τ’ απαλά

φτερά σου, την πτώση μου εμπόδισες,

κι ας ήμουνα μακριά σου.

 

Κι όταν ακόμη τους φρικτούς,

τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες

μπόρεσα να  αποφύγω,

με χίλια δυο τεχνάσματα

μπόρεσα να ξεφύγω,

μα κόστισαν ζωή.

 

Κι όταν ακόμη άκουσα δεμένος στο κατάρτι

Σειρήνες να ουρλιάζουνε με μένος τ’ όνομά μου,

ο πόνος μου κι ο νόστος μου για σένα ολόδροσή μου,

ποτέ σου λέω αγάπη μου δεν μπόρεσε να σβήσει.

Κι όταν μέχρι το σώμα μου ξέχασε να θυμάται,

στα ανήλιαγα του χάροντα τοπία σαν Ορφέας,

τους πρόγονούς μου ρώτησα πού τάχα να σε βρω,

με κέρασαν πικρό κρασί απ’ τ’ αγίνωτο του Άδη,

και μου είπανε στα όρια ποτέ μην φοβηθώ.

 

Κι όταν όλους τους φίλους μου, συντρόφους στα

ωραία, τους έχασα σαν ένιωσαν την πίκρα μου χολή,

και τους λωτούς προτίμησαν να τους καταβροχθίζουν

ποδοπατώντας άγρια σαν χοίροι την ψυχή,

Κι όταν ακόμη φώναξα,

σε μια δόλια πλανεύτρα,

«Ύπαγε ξοπίσω μου,

Κίρκη εσύ μικρή!»,

 

Σαν ζώα πολλά και διάφορα,

τον δρόμο μου εμποδίσαν,

Κι είδα μέσα στα μάτια τους

που άγρια γυαλίζαν,

ότι αν φερθώ με σύνεση,

και λύρα τους χαϊδέψω,

Καθένα από τα ζώα αυτά

θα αφήσει να μαγέψω,

απ’ τον λοιμό των ποντικιών

φλογέρα να τους παίξω,

την πόλη αυτή την άγρια

μπας και την ημερέψω.

 

Κι όταν θαλασσοδάρθηκα,

κι ο άνεμος με πήρε,

και άγρια σύννεφα έτρεχαν

σε άγριους ουρανούς,

δε δίστασα να μειωθώ,

να γίνω ο «κανένας»

μόνο και μόνο

για να βρω

την πίστη μου σε εσένα,

γινόμενος σαν θα σε βρω,

για εσένα πάλι ο ένας.

 

Ίσως πολλοί προσπάθησαν

μάταια για να κερδίσουν,

την ύστατη αγάπη σου

που μου είχες δωρισμένη.

 

Τυφλός εγώ και βασιλιάς,

μονόφθαλμος στην Τροία

είχα για πόλεμο παιδιών,

βάψει το πρόσωπό μου,

για μάχη που ήταν εξ αρχής,

για όλους μας χαμένη.

 

Κι έτσι σαν σε ανεμόμυλους και δίχως συνοδεία,

ορμούσα αμυνόμενος σε αόρατο εχθρό,

για «Ελένες» που δεν με έμελε

εμένα να κερδίσω,

για ενός «νεκρού μου φίλου»

ένα «πουκάμισο αδειανό»,

 

το σώμα μου δεν ξέχασε ποτέ την μυρωδιά σου,

το άγγιγμα, το χάδι σου, που ήταν σαν προσευχή.

Την πίστη μου κι αν κόντεψα να χάσω μια για

πάντα, στην δυνατή αγάπη μας, χάρισα υπομονή.

Κάπου μακριά στη χώρα μας, το γέρικο σκυλί μου

την πίστη μου για σένανε φυλούσε στην ζωή μου.

 

Κι αν Καλυψώ με κράτησε με μάγια στο πλευρό της,

ποτέ δεν της χαρίστηκα να γίνω εραστής.

Κι όταν μες την απόγνωση,

το σπέρμα μου κρατούσα,

για σένα πάλι λύγισα,

στο χέρι μου, στο στέρνο μου,

το ξόδεψα με σιγουριά για εσένα μόνο ευθύς.

 

Σαν είχα γίνει μια σκιά,

χλωμή και δίχως αίμα,

τα μάγουλά μου έβαψα

με το αίμα ενός κριού.

Στου William Blake τις ερημιές,

με φρίκη να γυρεύω,

τον μίτο μιάς Aria

να βρω του γυρισμού.

 

Θησέας, Πενθέας, Όμηρος, με βρήκανε προχθές.

Κι ο Διόνυσος που άφησα άλλους να τον λατρεύουν,

στην Γή των Aboriginals με ουίσκι ανακατεύουν

με μανδραγόρες και cocaine το Όνειρο νοθεύουν.

Όλοι του κόσμου οι άγριοι, δυτικοί υποκριτές.

Νικόλας Γκόγκος_MMIV_Στην Αγλαΐα Μηλιά

dead_man

Φωτό: «Κλείνοντας το μάτι» στον Jarmusch

 

Κούφια έξοδος των εντερικών αερίων από τον πρωκτό.

Κούφια έξοδος των εντερικών αερίων από τον πρωκτό.

Θα κάμνω την πορδή μου αερόστατη,

ώστε ο τόπος να βρωμίσει από σκασμένα

μπαλονάκια μεθανίου!

Θα πέρδομαι ανακούφιος ακατάπαυστα,

να γίνει η κλανιά ’μ

αργιωπορδούμενη,

και στους αιθέρες να υπεισέλθει του Κυρίου.

-Αμήν·

 

 

Νικόλας Γκόγκος_Διάφορα, Ανόητα, Παράξενα_MMXVII

 

He-Gassen a.k.a. 屁合戦 a.k.a. the fart war.

Φωτό: He-Gassen_ 屁合戦 _Ο πόλεμος των πορδών. 

David Lynch: Παράξενη και Αντιπαραγωγική Σκέψη

David Lynch: Παράξενη και Αντιπαραγωγική Σκέψη

   Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους προαναφερθέντες διαλόγους, ανακαλύπτουμε τις δυνατότητες μιας στροφής προς την προοδευτική συμπεριφορά και την απόλυτη συνειδητοποίηση του στόχου της εξέλιξης, η οποία μας χορηγεί τα οφέλη της επιπλέον επίγνωσης, με μιαν απεριόριστη δέσμευση ευτυχίας, επίσης γνωστής ως ευδαιμονίας, που δεν είναι παρά ένα αποτέλεσμα των νόμων που διέπουν τη φυσική συμπεριφορά, καθώς αυτή συγχωνεύεται με τα υψηλότερα επίπεδα του πνεύματος, κι έτσι συνεκδηλώνει το μαγικό και μυστικιστικό επίπεδο της συμπαντικής συνειδητότητας, γινόμενη ένα με τη λαχτάρα για πλήρη παράδοση στον υψηλότερο εαυτό, ο οποίος ενδεχομένως αναμένει όλους αυτούς τους αιώνες του χρονικού διαστήματος και μάλιστα ορισμένες φορές βυθίζεται σε μια κατάσταση ημινάρκωσης ή απώλειας των αισθήσεων, συνορεύοντας έτσι με την πλήρη απουσία της σκέψεως. Συγκεκριμένα, οι τομείς που αφορούν το νέο φουτουριστικό μοντέλο σκέψης, έχουν να κάνουν με κάποιες αφηρημένες, ορισμένως απόκρυφες, συναισθηματικές τάσεις, οι οποίες θα οδηγούσαν κάποιον να πιστέψει, ότι οι συνέπειες της αλληλεπίδρασης μεταξύ των θετικών και αρνητικών δυνάμεων, παράγουν ένα ζωτικό σύνδεσμο μεταξύ των υποσυνείδητων και υπερσυνειδητών νόων, η οποίοι, ως εκ τούτου, μπορούν να λογαριαστούν ως πραγματικές δομές, με δύο ξεχωριστές και σαφώς διαφορετικές ποιότητες. Όπως είδαμε, όταν μία ή περισσότερες από τις έντονες αισθητηριακές ενέργειες, σχετίζονται με τα υψηλότερα επίπεδα των αντιληπτών φαινομένων, οι νέες αυτές μορφές, επενεργούν τότε άμεσα επάνω στους δύο νόες που συζητήθηκαν προηγουμένως, ενώ ολοκαίνουργιοι συσχετισμοί υποχωρούν μπροστά στα απορρέοντα προβλήματα που ξεδιαλύνουν τις νέες εντάσεις των συναισθηματικών και σωματικών προσόντων που βλέπουμε να ανακύπτουν στους εκπαιδευτικούς οργανισμούς και στις επιχειρήσεις σε όλη την επικράτεια, αλλά και στις πόλεις όπου φυσικά προστίθενται οι επιπλοκές της πολυσυζητημένης άποψης, ότι δεν μπορεί δηλαδή κανείς να ανεχθεί την ύπαρξη δύο ή περισσοτέρων εντόνως αντιθέτων ιδεών κατά την ίδια χρονική στιγμή. Άλλοι βεβαίως, ενδέχεται να θεωρήσουν ευκολότερο να δηλώσουν πως «ωστόσο», η ίδια η σκέψη είναι εκείνη η οποία ταλαιπωρεί πολλούς από εμάς εδώ, οι οποίοι για τόσον καιρό επιρρίπταμε το φώς επάνω στις λέξεις που μας προσέφεραν κάποιο νόημα αναφορικά με το ποσοστό της προσπάθειας που απαιτείται για την ανάφλεξη μιας συγκεκριμένης διαδικασίας, που οδηγεί αναπόφευκτα στην επίγνωση της εκεχειρίας, η οποία ευρίσκεται πίσω από την εναλλασσόμενη ουσία,  και η οποία είναι ατελείωτη, δίχως πραγματικά να αρχίζει, ενώ σε αυτές τις φράσεις φυσικά, συναντούμε και το κλειδί για το ξεκίνημα ενός μεγάλου ταξιδιού προς την κατανόηση, η οποία όπως καλά γνωρίζουμε, αποτελεί κάτι για το οποίο κάθε ανθρώπινο πλάσμα κραυγάζει, ενώ σφαλίζει με τις παλάμες του το στόμα. Ορισμένες φορές τα βράδια, μια αίσθηση εκείνου του τύπου, που κατατρύχει τα νεαρά παιδιά στο δάσος, θα έλθει μαζί με έναν σκοτεινό άνεμο, και όλο το φως θα ξεθωριάσει, αφήνοντας μονάχα κάποιον ανεπαίσθητο ήχο να διεισδύσει στους οφθαλμούς, οι οποίοι θα ακολουθήσουν τα σκοτεινά σχήματα, τρέχοντας προς την εύρεση ασφαλών φωλεών, μόλις και μετά βίας απρόσιτων από τα μικρά λευκά δόντια και τα ρύγχη, τα γεμάτα ακαθαρσίες, σκαρφαλώνοντας ψηλά, επάνω στα βουνά που καλύπτονται από δένδρα υψιτενή και πράσινες βελόνες και κόκκινο φλοιό και ρητίνη που διαχέεται στον αέρα, ο οποίος τη στεγνώνει στην επιφάνεια, με αποτέλεσμα να κρουστοποιείται, κάτι που επιτρέπει την προστασία όλου εκείνου που βρίσκεται εντός της κρούστας και που έτσι τώρα θα παραμένει υγρό και θα διατηρήσει την ταυτότητά του, εξακολουθώντας να βρίσκεται σε μια κατάσταση συγγενική με εκείνην της αγνής παρθένας ουσίας, που θα μας θυμίζει το σπιτικό μας, που θα μας θυμίζει το κόκκινο δοχείο με τα κουλουράκια και τα χαμόγελα που χορεύουν γύρω μας τα χρυσά απογεύματα, ενώ η πίπα θα αφήνει μικρές τολύπες καπνού να ξεφεύγουν από το στόμα του πατέρα, με ένα τσεκούρι παραδίπλα για την κοπή της ξυλείας που αναπτύσσεται επάνω στα ψηλά βουνά, προκειμένου να διασφαλίσει το γεγονός ότι οι θεμελιώδεις ιδιότητες που ενυπάρχουν στις λύσεις των σύγχρονων φιλοσοφικών ερωτημάτων είναι ακριβείς· η πρώτη λοιπόν και κύρια εκτίμηση, έγκειται στον τομέα των αφηρημένων εννοιών που σχετίζονται με την απώλεια της φύσης, και μαζί τους η αλληλεπίδραση των πρωτογενών δυνάμεων της ίδιας της ζωής, που έχουν τώρα αποδεδειγμένα και πέραν πάσης αμφιβολίας τη βάση τους στο πεδίο του απόλυτου, στην εν κενώ συνθήκη που μας φέρνει κατά νου ότι υπήρξε μια αντιστροφή κάποιου είδους στην πανάρχαια φράση, «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Όπως έχουμε παρατηρήσει, αυτό το είδος σκέψης που ενυπάρχει από την αρχή των χρόνων, είναι απλά ένα προπέτασμα καπνού, απαραίτητο για τον αποκλεισμό όλων σχεδόν των ερευνών προς την εύρεση της αλήθειας για τους αιώνες που θα ακολουθήσουν, και με αυτό στο μυαλό μας, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η αρχική σκέψη ενός θέματος είναι κρίσιμη για όλα όσα θα επέλθουν, και μπορεί κιόλας να αποτελέσει έναν εξαιρετικό συνεργάτη των σκοτεινών και διαβολικών δυνάμεων, οι οποίες επομένως θα μπορούσαν να μας καταδικάσουν να ζήσουμε για πάντα στο σκοτάδι και τη σύγχυση, αρνούμενοι ακόμα και να αναγνωρίσουμε ότι είχαμε κάποτε υπάρξει, ή πως κάποτε υπήρξε κάποιο πράγμα όπως ένα χαλασμένο δόντι, ή ένας πονόδοντος. Φέρνοντας τη συζήτησή μας στην σφαίρα των πρακτικών συλλογισμών, έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε τις δυνατότητες της στοματικής υγιεινής, καθώς και την αξιοσημείωτη ιδέα ενός κόσμου ελεύθερου από τη φθορά των δοντιών και όλων των άλλων προβλημάτων που σχετίζονται με τα δόντια, την γλώσσα, ή τη στοματική κοιλότητα, η οποία μάλιστα, θα μπορούσε να καταστεί ένα πρωταρχικό κίνητρο για μιαν ορισμένη εξάλειψη των φόβων που σχετίζονται με την οδύνη που συνδέεται με τις οδοντιατρικές εφαρμογές, ακόμα και με την ιδέα ότι η μικροβιακή πλάκα θα μπορούσε να εμφανίζεται στην επιφάνεια των οδόντων, άλλα και με τα αρνητικά συμβάντα που ακολουθούν, όπως οι ειδεχθείς μυρωδιές που εκπέμπονται από το στόμα, καθώς και οι αποχρωματισμοί αλλά και η διάτρηση των πάλαι ποτέ όμορφων νοητικών εικόνων, καθώς και η πιθανότητα καταστροφής των ανθρώπινων σχέσεων, βασιζόμενη στην ιδέα της αρνητικής παραμόρφωσης του στόματος του ιδίου, εφόσον τα δόντια, αν και δεν θεωρούνται αναγκαστικά ως ένας από τους κυριότερους θεμέλιους λίθους της ευτυχίας, μπορούν στην πραγματικότητα να αποτελέσουν μια μικρή πληγή, χαίνουσα και μεταφέρουσα αρνητική ενέργεια, σε έναν άλλοτε ήσυχο και γαλήνιο νου, παραδίνοντας τον εν τέλει, σε παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη.

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Αντιπαραγωγική σκέψη

Αντιπαραγωγική σκέψη

Αντιπαραγωγική σκέψη

Μεταγραφή του «Strange and unproductive thinking»

του David Lynch_Νικόλας Γκόγκος_MMXVII

David-Lynch-for-Cover-260x260

Ο David Lynch είναι Αμερικανός κινηματογραφιστής, τηλεοπτικός σκηνοθέτης, εικαστικός, μουσικός και περιστασιακά ηθοποιός. Γνωστός για τις σουρεαλιστικές του ταινίες, έχει αναπτύξει το δικό του μοναδικό κινηματογραφικό στυλ, το οποίο και έχει χαρακτηριστεί «Λυντσεϊκό», ένα στυλ που διέπεται από την ονειρική εικονοποιία, και την σχολαστική ηχητική σχεδίαση. Τα σουρεαλιστικά, και σε πολλές περιπτώσεις, βίαια, στοιχεία που περιέχονται στα φιλμ του, είναι γνωστό πώς «διασαλεύουν, προσβάλλουν ή καταπλήσσουν» τα ακροατήρια. Ο Lynch είναι πασίγνωστος τόσο για τις ταινίες του, καθώς και για την τηλεοπτική σειρά Twin Peaks. Έχει επίσης μεταβεί στη μουσική παραγωγή, με δύο άλμπουμ, τα «Crazy Clown Time» και «The Big Dream».