ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΣΑΛΑΤΑ

ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΣΑΛΑΤΑ

-Του Ποπάϋ [1]

[Για να σας πεταχτούν τα μάτια όξω, όσο δεν πάει]

Τελεόραση, κανάλι mcm, δεκαετία του ’90, στα αισθητικά μου γούστα κολλάν εφαρμοστό, κι ας μην υπήρξα ποτέ ποδηλάτης. Εμμονές, βίτσια, Μεντιτερράνεαν σερβίτσια κ.λπ. Κι αυτές οι πράσινες νεγρούλες, τελικώς σπάνε τζάμια, τζαμλίκια και καρδιές, οι σαπιο-τομάτες, οι ξέκωλες καραπουτάνες. Έτσι φίλε, γυμνίστριες και λιαστές γυρνάνε. Κι εγυμνώθησαν και ξεβρακώθησαν κι ως άλλες κουκαράτσες τα κακάρωσαν, οι καύλες… Τι να κάνεις… Ας λιάσωμε τις σουφρωμένες μας τομάτες, τις χλωρίδες, τις πανίδες, τις αρχίδες, και μην πω και ποιές άλλες απίδες. Διότι είναι γνωστό από τα Ρωμαϊκά και ρωμαλέα τσιμπούσια, ότι η αχλάδα δεν έπεται, προηγείται. Κι η ουρά βεβαίως χρησιμοποιείται, δια την γαργάλησιν του λάρυγγος και του επικείμενου ξεράσματος.

Κι ολίγος καπνός λαμιώτικος δια το εφέ έπειτα, δε μας χαλνά, να μας μπουκώσει τα πλεμόνια και να κάμνει την καπνόσφαιρα καραρωμανδική και παρακμιακή, κι ίσως –γουάη νότ;- ακόμη και μεσοπολεμική. Άλλωστε ο πόλεμος ποτέ δεν ετελείωσε. Αυταπάτες και ρετρό γάτες. Χιπστερίες π.Χ. (πρό Xιπστερισμού, ή και Xιτλερισμού). Ζήτω τα κρόσσια στα φωτιστικά βάθους… Φωτιστικά δίχως τα κρόσσια να τα χέσω. ΚΙΡΙΚΙΚΙ!!! Το δίχως άλλο… Άχους-Βάκχους…

Μπούκωσε τα κρόσσια μου όλα φιληνάδα, φιλήδονα μπούκωστα, είμ’ υβριδικό όν, διαθέτω δέρμα κατεστραμμένο από τις καταχρήσεις, olive skin. Κροκοδειλίσιο. Και νιαουρίζω. Και κλαυθμυρίζω. Για το ξεκάρφωμα. -Γαταλιγάτωρ.

Γεμάτος κρόσσια. Ξεφτιλισμένος λέτσος, ρακένδυτος. Ένας Ποπάϋ δίχως πίπα. Ούτε πάπια. Ούτε παπαγάλο. Χρήζω πτηνού. Κι ουχί φθηνού. Δεν το πουλάει το τομάρι του έτσι ο Ποπάϋ. Ούτε ο Σιλβέστρο, ούτε ο Τουήτη. (τουητάρισέ το, αν δε με πιστέβγεις).

-Ά – πα – πά! Αυτά για κάποιους φαινοτύπους που μας το παίζουν κι ανθρωπολάγνοι… Κι ανθρωπολόγοι. Και πολυλόγοι. Και παπαρολόγοι. Και καραμελωτοί πιπιλίζωντες πουτσολόγοι. Και προσλαμβάνουν εγκιβωτισμένα ανθρωπάρια σε κακοπληρωμένες μπίζνες. Και δεν ξέρουν καν που πάν τα τέσσερα, όντες δίποδοι όνοι. Και γκαρίζουν κιόλας. Γκάρ Γκάρ Γκάρ!

-Πα να φάω σκόρδα και κρεμμύδια να ξεχαστώ. Να κλάσσω από απόλαυση και να ρευτώ. Κοιτάζοντας τη θάλαττα, έχοντας τα κάνει στη ζωή μου, ολωσδιόλου σαλάτα, μα κι ανάλατα (έχω υπέρταση).

Έχοντας ρίξει Άγκυρα, όντας Ναυτάκι και καταπίνοντας Σπανάκι. (Είς Σπανός, Ισπανός… κ.λπ.)

-Μμμμ… Σουπιές με Σπανάκι, η επερχόμενη γαστριμαργική όρεξη. Και Pastis. Κι ουζάκι. Και Pernod. Κι Αniseco, και Xtabentún και Arak. Και Yeni Rakı και Sambuka. Κι ένα παπαράκι. Κι άντε μετά να με πείσεις ότι δεν έγινες σκέτη τσιμπούκα.

Εις πανικόν ετράπηκεν. Τον ονομάσαμε Πάνκο. Κανονικά, με παπά, κολυμβήθρα και τα λοιπά ρεβίθια… Βεβαίως ήτο δαιμονισμένος. Αν είχαμε μυαλό θα τον είχαμε πετάξει στα ρείθρα. Κόστισε κάτι παραπάνω αλλά δε γαμιέται… Καλλίτερα να ’χαμε βρει εξορκιστή. Αλλά πού να ξεύραμε τότενες… Είχε τσοντάρει κι ο πάπαρδος κάτι σε σατέν ζαρτιέρες, που πολύ τις ζαχάρωνε. Κουφέτο σου λέει μετά. Χρυσωμένο τρόπον τινά, και παρόλη τη βυζαντινή παράδοση, ήτανε πάνκ και εκείνος… Φόραγε κάτι φανταστικά μπαρντά πασουμάκια –με το μπαρδό αλλά- «μπαρντά» τα έλεγε – Μπορντώ ήτο ο χρωματισμός των. Κι ήσαν και χρυσοποίκιλτα, με κάτι σταυρούς επάνω στο κουντεπχιέ και τέτοια και τα τοιάφτια, κι όλα τα καλιμάφια. Εντός εκτός & επί τ’ αφτιά. Το μυστήριον εξετελέσθη εις παρδαλίαν. Χύμα εις στο Κύμα. Έμαθα ότι μια τσούχτρα τον εμαστίγωσε στα χείλη, λίγο προτού αρχίσει ο Ησαΐας· μα και τα φωτορυθμικά… Έβαλε και βυζιά απ’ ότι μου ‘πανε, σε πλαστικό χειρούργο στο Νιού Γιόρκι, αργότερα ο Παπάκιας. Ονομαζότανε Πάτερ Ηλίας.

Αφού τσέπωσε την αμοιβή της γαμοβάφτισης, νομίζω τώρα διακοπάρει Βραζιλία. Ή πήγε κάπου στην Ασία; Τέσπα, ετούτα πλέον ανήκουνε εις την επιστήμην και τον ορθολογισμό, διόλου στη μεταφυσική ή τη θρησκεία. (τα βυζιά δεν ήταν ασφαλώς, φυσικά. Ίσως να υπήρξαν πρωτίστως, αλλά σίγουρα όχι μετά -οπότε απέκτησε και μεταφυσικά βυζιά). Χρειαζόμαστε περισσότερους Βυζαντινολόγους στη μεσογειακή σαλάτα. Να σταυροκοπηθούν δια το κρίμα της 4ης σταυροφορίας, και πίσω από πυκνοπλεγμένες σίτες καθολικών εξομολογητηρίων, να τραβήξουν μια μαλακία στην υγειά μας. Στην Υγεία των Ελλήνων, απανταχού. Όσο κι αν κάτι τις παρόμοιο ακούγεται εθνικόφρον, ή χού.

Έπειτα θα φάμε μελιτζανοσαλάτα Αγιορείτικη. Με πίττα. Με τους βολβούς του Ποπάϋ μέσα, μπλούμ, στην τσίτα. Γουρλωτό γεύμα, τουρλού-τουρλού, γουρλίδικο και μούρλια!

Βεβαίως και νηστεύομεν· τις παραδόσεις τις εθιμοτυπικές τις εθνικές μας, τις τιμούμεν. Κι επιθυμούμεν: Κουκουναρόσπορους και πευκοβελόνια. Και τζίτζικες να σκάνε, και τζατζίκι και πατάτες τηγαμητές και πσάρι φρέσκο και καυλαμαράκια και καυλοκυθάκια με κουρκούτι και με στραγγιστή γιαούρτη κι όλα τα συμπαρομαρτούντα, και θέα γαλάζια κι εξοχικό και γκόμενα και σκάφος και…

-Κάφρο στο είπανε;

-Τίποτα πλέον δε σου ανήκει.

Από το 1204 μ.Χ. και μετά.

Ελληναρά. Χτίσε κι εσύ ένα μπιντέ σα του Χάκκα, να πλύνεις τον κώλο σου τον χακκαρισμένο και τον χιλιογαμημένο.

Πάμε Παρίσι μετά, να δούμε σύμβολα φαλλικά, τύπου Άηφελ. Αφελώς, ασφαλώς. Τουριστικώς.

 

Υ.γ. επέστρεψα έπειτα πίσω στον

αφαλό μου (και ομιλούσα άπταιστα γαλλικά).

Byzantine leather shoes with gold leaf decoration, 5th-8th c

 

 

 

Νικόλας Γκόγκος, Τριάντα Ιουλίου, Σωτήριον Έτος, Δύο Χιλιάδες Δεκαεφτά, Μετά τον Χριστόν μου Μέσα·

Φωτό: Byzantine leather shoes with gold leaf decoration, 5th-8th century

[1] βάϊ, βάϊ, βάϊ, το παλαμάρι του Ποπάϋ. [λαϊκή ρήση].

Face à La Mer (Κοιτάζοντας τη Θάλασσα)

Les Négresses Vertes: Face à La Mer  

(Κοιτάζοντας τη Θάλασσα)

Στην άμμο, καταπρόσωπα στη θάλασσα,

κείτεται ένα κοιμητήρι·

τα κυπαρίσσια σαν τις λόγχες

διαφυλάσσουν τη σιωπή του.

Στην άμμο είναι κιβούρια από σίδερο

που φυτεμένα, αντικρύζουνε αυτήν.

Φίλε· στη βάρκα μες του χάροντα,

μπήκες να πάς αντίπερα·

μια τσάρκα ας πάμε τώρα

ως το μνημούρι μου,

πάνω στην πέτρα για να δούμε

χαραγμένο τ’ όνομά μου ·

τους πεθαμένους να ευλογήσουμε,

κοιτώντας καταπρόσωπα τη θάλασσα,

και μεθυσμένοι απ’ τη ζωή μέσα στο θάμπος

να χαθούμε.

Στη ζέστη μέσα η σιγαλιά,

έχει το χρόνο σύμμαχο,

μαζί της να λικνίσει,

τόσο τη λόγχη, όσο

και το κυπαρίσσι·

που βάση του είναι οι νεκροί·

κάτω απ’ την άμμο κείτονται

και καταπρόσωπα την θάλασσα κοιτάζουν…

 

Ελληνική Απόδοση & ανάερη ελεύθερη μεταγραφή, Νικόλας Γκόγκος_ MMXVII

cavtat-cemetery-3

Φωτό: Το κοιμητήρι του Catvat στο Dubrovnik της Κροατίας.

Κατακαυλόκαιρο

Κατακαυλόκαιρο

Ο ΗΛΙΟΣ μέσα στο κεφάλι μου.

Ο ΗΛΙΟΣ –το όργιο– ΗΛΙΟΣ.

Κουνάει τα πλοκάμια του μες τα μυαλά μου.

Ο ΗΛΙΟΣ μέσα στο κεφάλι μου,

καθώς τσουλάω σύγκορμος σε μι’ άσφαλτο ασφαλείας.

Ο ΗΛΙΟΣ

-το όργιο– ΗΛΙΟΣ.

Κρεμάει τα πλοκάμια του επάνω στα μαλλιά μου.

Είν’ εγκεφαλικό τρυκ; Είν’ διανοητικό τριπ;

Ο ΗΛΙΟΣ –το όργιο- ΗΛΙΟΣ.

Μέσα στο κεφάλι μου.

Το καλοκαίρι μαστιγώνει τους δούλους του.

Νικόλας Γκόγκος_MCMXCVII

sun-new

 

Ju-Ju

 

Ju-Ju: Αντικείμενο προληπτικής λατρείας στη Δυτική Αφρική: Ένα fetich ή φυλαχτό.

Τζουτζού – Τζουτζού. Μικρή μου φίλη Τζού-Τζού.

Τεράστια φίλη Τζουτζού.

Η αγάπη μας ένα πελώώώώώριο κόκκινο μπαλόνι,

για δες, ελκύει καρφίτσες.

Καρφίτσες αγαπημένη Τζουτζού.

Μικρή μου φίλη Τζουτζού.

Τεράστια φίλη Τζουτζού.

Χτύπα στον κώλο σου ένα σπίρτο κι άναψέ το.

Μι’ αρρώστια χάμω σέρνεται, για δες πώς τα χαϊδεύει τα παιδάκια…

Ρίξτε επί τέλους προβολείς κυρίες και κύριοι,

«το τέλος έχει αρχίσει».

Κλίπιτι – κλόποτι, είναι μια τρέλα ανάποδη,

μια πέτρα στα μυαλά σας.

Γι’ αυτό πετώντας στο αδιάφορο,

αντιερωτικές & συνθηματικές ατάκες θα εξαπλώνονται.

Κι έπειτα, έπειτα, Suntan, Suntan,

Ο Σα-τάν, βαδίζει απάπουτσος,

κλότς, κλότς, πόδι γίδας,

και ΓΚΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΑΑΑΑΟΥ !!!!

είν’ – λέει – ο μόνος πια σπόρος

ελπίδας.

Μα μες το σκατοπέλαγος πνιγμένοι,

Στο τίποτα του τίποτα,

όλοι είναι αυτοί οι τιποτένιοι.

Γι’ αυτό κολύμπα τσουτσούνι. Κολύμπα τσουτσούνι.

Ημίθεο τσουτσούνι.

Στην ακολουθία των φαλακρών ευνουχισμένων απάχηδων.

Και, ά! Κάτι κούρνιασε στο καπέλο σας κυρία προέδρου.

Θα ’ν’ το τσουτσούνι.

Μά’ στα, κα προέδρου.

Είμεθα κλεισμένοι,

εντός της πλαστελίνης,

ασφυκτικοί, παραισθησιογόνοι παιδικοί σταθμοί.

Γι’ αυτό, «Ψηλά τα χέρια όλοι σας και κάτω τα βρακιά σας».

Λοιπόν.

Σώπασε φίλη κι άκουσε,

κάτι περνά από δίπλα.

Κάτι που θίγει αυτή την άνοιξη,

κάτι που κάνει ντρίπλα.

Κι αν περιττώματα πλευρίζουν την αγάπη μας,

κι αν η σφαλιάρα μοιάζει αχόρταγη μητέρα,

Τότε το πνεύμα που σφυράει μες απ’ τα κάγκελα,

θ’ αναστηθεί ίσως κι αυτήν εδώ τη μέρα.

Νικόλας Γκόγκος_MCMXCVIII

94c058df54431ee452bed1594e99daf6

Φωτό: The Devil – Alchemical Tarot Renewed by Robert M. Place

ΚΛΕΦΤΗΣ

ΚΛΕΦΤΗΣ

(dente di cane)

Το χάραμα ποτίζει

όλη τη μέρα

με τη θλίψη του

Ύπνος δε φτάνει

να ησυχάσει

την καρδιά μας.

Φονιάδες ξυπνάμε

με τη γεύση

πικραλίδας

μες τα στόματα

μικρά, συγκαλυμμένα

ασήμαντα όνειρα,

οφθαλμαπάτες

του φωτός

μέσα στο χρόνο.

Το χάραμα ποτίζει

όλη τη μέρα

με τη θλίψη του

Γαυγίσματα

Απ’ το δρόμο

τυραννάνε

την καρδιά μας.

Μακρόσυρτο εσύ

αναφιλητό,

μια δόση ελπίδας

ντροπιασμένης

και πανάκριβης

μου οφείλεις.

– Vieni qui… soffiami!

Νικόλας Γκόγκος_MMXVII

(Το ποίημα είναι προϊόν ονειρικού υλικού. Ευχαριστώ την φίλη Ε.Κ. για την απόδοση του τελευταίου στίχου στην Ιταλική γλώσσα. Στο όνειρο η φράση εκστομίστηκε στα Ιταλικά. Τρέχα γύρευε τώρα το γιατί… soffione)

dandelii

Φωτό: Κλέφτης, λαϊκή ονομασία για την πικραφάνα ή πικραλίδα.

Συντηρητικόν

Συντηρητικόν

Πικρός και βορβορώδης

συσφαζόμενος,

κι άβγαλτος γρί νοήματος

ξεκούτης συμφραζόμενος,

ανοίγω μ’ ένα μάτι τη ντουλάπα μου,

και ναφθαλίνη παλιατζούρας λεοντής

στρώνει την πλάκα μου!

Ήσανε όλα τα στοιχήματα ζωής

τόσο ασύμφορα,

που αν είχα πιο πολύ νιονιό,

εκ των προτέρων θα τα άλειφα

με κάμφορα.

Νικόλας Γκόγκος_ MMXVII

camphor_blocks-300x217

Φωτό: Kύβοι Καμφοράς, Ραφινέ… Πρώτη(ς) ποιότης! Να τους πιείς στο ποτήρι! (της πικρής συμφοράς). Ρεφενέ.

Το όνειρο…

Το όνειρο…

Ξεκινήσαμε οι δυο μας ένα παράξενο οδοιπορικό, και μετά από διάφορες περιπέτειες φθάσαμε τελικά σε έναν μυστηριώδη τόπο, όπου κατοικούσε μια φυλή αόρατων ανθρώπων.

Στην πραγματικότητα έμοιαζαν με ομιλούντα κοστουμάκια, μπαστουνάκια, φουστανάκια και καπελάκια της Belle Époque, φαινομενικά κενά περιεχομένου, αλλά εκφραστικότατα στις κινήσεις και το σούσουρο που προξενούσαν καθώς κινούνταν μέσα στο χώρο.

Τους ρωτήσαμε πραγματικά απορώντας, γιατί τάχα μεριμνούσαν για μια τόσο εξεζητημένη και ντεμοντέ εμφάνιση, όταν μάλιστα εδώ που τα λέμε, ήσαν όλοι τους ολωσδιόλου αόρατοι!

«-ΣΩΣΤΑ!» μας απάντησαν ομόφωνα, με κεφαλαία γράμματα, κι αυτή η χορωδιακή απάντηση προξένησε μια κάποια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά μας. Συνέχισαν, ακάθεκτοι, ομοθυμαδόν:

«-Λαμβάνοντας υπόψη ότι στα μέρη μας έχουμε 12 μήνες το χρόνο καλοκαιρία, και δη καύσωνα, θα μπορούσαμε πράγματι να κυκλοφορούμε εντελώς τσίτσιδοι. Μολαταύτα, η περιπλοκή στην ενδυμασία, είναι το μόνο που μας έχει απομείνει προκειμένου να εκφράσουμε ένα μίνιμουμ προσωπικό στυλ που να γίνεται αντιληπτό μεταξύ μας».

Μείναμε εμβρόντητοι, αλλά ήταν παραπάνω από σαφές, ότι είχανε δίκιο.

Νικόλας Γκόγκος_MMXVII

fdr

Φωτό: Ντοκουμέντο της Μ.Ν.Ε.Μ.