Του Κωδωνοκρούστη το Μπλουζ

Του Κωδωνοκρούστη το Μπλουζ

 

 

Ride a cockhorse to Banbury Cross,

To see a fine lady upon a white horse;

Rings on her fingers and bells on her toes,

She shall have music wherever she goes [1].

 

 Τον παλιόφιλό μου τον Γαβρίλη,

πέτυχα κάτω στην πλατεία, μια

κουδούνα να χτυπά.

Του είπα,

-Γεια χαρά.

-Τι τρέχει μάγκα μου, συμβαίνει κάτι;

-Μα πού στο διάολο πήγαν όλοι;

-Φιλάρα, δε γνωρίζω.

Κι έβαλα το χέρι πα στο στόμα μου,

βγαίνοντας προς τα έξω,

ναι, σε αργή κίνηση το

έκαμνα αυτό…

-Μα, τι κάνεις;

Λέει ο μάγκας.

-Ψάχνω να βρω τα φιλαράκια.

-Μπα,

εκείνος μου αποκρίθηκε,

-Μη μπαίνεις καν στον κόπο.

Και στα καπάκια, εν ριπή οφθαλμού,

Θέλησε ο Γαβρίλος να μου

σπρώξει ένα βιβλιαράκι.

Μα δεν είχα γαμημένο φράγκο τσακιστό.

Μου λέει όμως πειστικά,

-Ρε μαλάκα, τσέκαρέ το˙

είναι φθηνό.

-Τσεκάρισέ το, όσο πάει και φθηναίνει…

-Καλά ρε φιλαράκο, θα το πάρω, λέω εγώ.

Λοιπόν, μελέτησα κάθε σελίδα του βιβλίου,

κι έπειτα το άφησα στην άκρη.

Του είπα:

-Μεγάλε, δε νομίζω…

-Υποδουλώνει όλο τον γυναικείο πληθυσμό,

και μακελεύει όλους τους άντρες.

Κι απλώς, δεν ξεύρω πλέον τι και πως…

Βεβαίως και νοιαζόμαστε λιγάκι˙

μα και φοβόμαστε λιγάκι˙

αυτά τα δυο ψυχρά και ψόφια μάτια,

που μας κοζάρουνε λιγάκι.

Ναι, βάζουμε τα κλάματα λιγάκι.

κουτσά-στραβά, τη βγάζουμε λιγάκι…

-Άστε τα δάκρυα ν’ αναβλύσουν

μέχρι χάμου!

-Βάλε με πάνω στον πελώριο άσπρο ίππο σου.

-Καβάλησε τον πάνω-κάτω στην οδό σου,

τυλιγμένο μ’ ένα πορφυρό παλτό,

απόπλευσε με σ’ ένα λάρτζ πράσινο σκάφος.

-Θα σεργιανίσω τα ύδατα για σένα.

Θα φονεύσω τους υιούς μα και τις κόρες

δια εσένα.

Καβαλίκεψέ με, τοποθέτησέ με, σ’ ένα μεγάλο

κατάλευκο άτι, ξαπόστειλέ με κάτω στον σταυρό

του Μπάνμπερυ.

-Όκεϋ Τζό, είν’ ώρα να την κάνουμε

τώρα.

 

banbury-cross-1904

 

 [1] The Dorling Kindersley Book of Nursery Rhymes

Μεταγραφή του «Bellringer Blues», των Grinderman_Νικόλας Γκόγκος_ MMXVIII_ Φωτό: Banbury Cross – 1904.

 

Advertisements

Ο έρωτας, ξανά θα μας ξεσκίσει

Ο έρωτας, ξανά θα μας ξεσκίσει.

Σαν η ρουτίνα δαγκάνει γερά

κι είν’ χθαμαλά τα ιδανικά˙

η δυσφορία όταν καλπάζει ψηλά

αλλά τα αισθήματα απομένουν λειψά˙

 

εκεί που ρότα αλλάζουμε

κι άλλους δρόμους τραβούμε,

τότε είναι που ο έρωτας,

ξανά θα μας ξεσκίσει.

 

Γιατί η παστάδα είν’ παγερή;

Τώρα μόλις μου γύρισες την πλάτη;

Μην ήτανε ακατάλληλη η στιγμή,

για στέρεψε ο αλληλοσεβασμός μας;

 

Πάντως υπάρχει ακόμη αυτή η προσφυγή,

που διατηρήσαμε διαμέσου της ζωής μας˙

ο έρωτας, ο έρωτας,

ξανά θα μας ξεσκίσει.

 

Αλήθεια, ξεφωνίζεις μες τον ύπνο σου;

Οι ελλείψεις μου γυμνώνονται μπροστά σου;

Μια γέψη τώρα μού ’ρχεται στο στόμα,

καθώς η απόγνωση κουμάντο αναλαμβάνει.

 

Αλήθεια πρόκειται για κάτι τόσο ωραίον,

που όμως εντεύθεν δε μπορεί να λειτουργήσει;

Τώρα που ο έρωτας,

ο έρωτας, ξανά θα μας ξεσκίσει;

joydivision1

Μεταγραφή του «Love Will Tear Us Apart»

των Joy Division_Νικόλας Γκόγκος_MMXVIII.

Αφιερωμένο στη φίλη και συνάδελφο γραφιά, Κατερίνα Ηλιοπούλου.

ΗΛΙΟΓΑΒΑΛΟΣ

ΗΛΙΟΓΑΒΑΛΟΣ

Μνήμη Αντονέν Αρτώ

Τί κι αν ο εστεμμένος έφηβος,

’κείνος ο Ελαγκαμπαάλ, τα φονικά

του σκάρωνε, στα πέταλα των

ρόδων;

Σε μας εδώ απέμειναν, μονάχα

τα κοτσάνια.

Κοτσάνια ’σείς πληγωτικά,

με τ’ άγκιστρα των αγκαθιών,

το αίμα μας διψάτε…

Κι όσο για τ’ ανθοπέταλα;

μαράζωσαν και τρίφτηκαν,

τα φύσηξε τ’ αγέρι…

Νικόλας Γκόγκος_ΜΜIΧ

 

Tomahawk: «I. O. U.»

«I. O. U.»

Σου οφείλω ένα τραγούδι αγάπης.

για κάθε τι που έχω κάνει στραβό.

Μην ανησυχείς γι’ αυτή τη μακρόσυρτη

διαδρομή,

η πρώτη φορά είναι πάντα δύσκολη.

Θα σε βοηθήσω να μεταβείς,

στον σύντομο πήδο˙

άλλωστε δε θα ’σαι

για πολύν καιρό ακόμη,

εδώ.

Ξέρεις παιδί μου, θα βρούμε εμείς τον τρόπο!

Ένα τραγούδι αγάπης σου χρωστώ,

για όλες τις μαλακίες που έχω κάνει στη ζωή μου˙

έξω απ’ τις πύλες, γιέ μου, ακριβώς,

όλοι οι λειψοί αγαπάνε τη μαμά τους.

Όταν ακούσεις το αλύχτισμα του σκύλου,

ρούφα την καλαμιά πάνω στο τέλμα.

Αγορίνα, ξάπλω πρηνής, επάνω στ’ αγροστώδη, ψυχανθή˙

και… τρέχα!

Έϊ, έϊ, έϊ!

Έϊ-ώ, έϊ-΄ω!

Θα παρέλθεις κι εσύ, όπως κι εγώ˙

Γιόκα μου θα σε περιμένω!

Νικόλας Γκόγκος_MMXVIII_Μεταγραφή στο «I. O. U.» του Mike Patton, από τον τελευταίο δίσκο των Tomahawk, «Oddfellows (2013)».

ΠΟΙΗΜΑΣ ΔΙΑ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΜΟΥ ΤΟΝ ΦΟΔΩΡΑ

ΠΟΙΗΜΑΣ ΔΙΑ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΜΟΥ ΤΟΝ ΦΟΔΩΡΑ

[Δώρον, γενάθλιον]

 

Ολόγλυπτος μ’ ακάλυπτος

απ’ τον ολολυγμό,

ως μι’ άλλη κάποια σφαίρα,

σφυρίζοντας ανέμελα, ακολουθεί

την ατραπό˙

 

[εξωγήινο ενδεχομένως εικάζουν κάποιοι βλήμα,

-ψάξε φιλολογίζοντα, νά ’βρεις το λήμμα…]

 

Νταντά γλυπτό, ανεπανάγλυπτο!

 

Φτυστό-εαυτό, το πρωινό μου στον καθρέπτη,

Γκαν-γκάνι αξιόγλυπτο ειμί.

 

Ἱερεύς: -Νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.

Λαός: -Ἀμήν.

image_2

Φωτό: Κατά Magritte Ευαγγέλιον.

Νικόλας Γκόγκος_MMXVIII

ΑΝΤΙ · ΚΕΡΙ

ΑΝΤΙ · ΚΕΡΙ

-Από την κούνια μου ξετσίπωτος λικνίζομαι˙
μπρέι σούμπιτος στον τάφο μου πα και τσακίζομαι˙

-Τσι νύχτες ψηλαφίζω ας πούμε κάποιο πρόσωπο,
καβαλημένος στου καθρέφτη το καλάμι μου, μπας
και σπαρταριστό λαβράκι ολόφρεσκο-γυαλιστερό, ψαρέψω.

-Αφηρημένο, θαμπωμένο, ραγισμένο είν’ το γυαλί˙
μπα, αδύνατη η εστίαση εντός του μαυσωλείου.

-Ρηχή κι ανίχθυος δυστυχώς,
μας πρόκυψε κι η θάλασσα του λόγου…

-Ανεξαρτήτως φυσικά, εφτούνου ’δώ του α_λόγου-παραλόγου…
Βεβαίως θα παίζει κάποιον ρόλο κι η γαμιώλα η ανάμνησις˙
–που όσο να ’ναι κατατρύχει- ενώ καθίσταται απαραίτητος η ανάνηψις˙
μα οπωσδήποτε κι η στύσις –ούτως ειπείν- που βήχει, (της υστεροφημίας τσι ροχάλες
μου, εκεί που βγάζεις γούστα αγνόμαλα, & ολοένα μου τσι γλύφεις), καθότι
δίχως πτυελοδοχεία όντας, ως άλλη σταχτοπούτα-τεφροδόχος-Ποκαχόντας,
όπως και να ’χει εγκαθίστασαι εντός του παλαιοπωλείου, καθώς στρογγυλοκάθεσαι
(& ωσάν τη στρουθοκάμηλο, παγ-οκολ-ώνα μοιάζεις).

Έτσι λοιπόν αυτοκρατορικώς,
ανακοινώνεις, κοινωνείς μα κι εκθειάζεις˙
καθεδρικώς, ευλαβικώς, ακόμη κι οικουμενικώς,
την πάρτη σου, εκκεντρικώς˙
την ίδια σου τη φύσι επικυρώνεις
& εκδίδοντας βιβλία με φλομώνεις…

-Φερειπείν: Ανικανότατη, αναπόδραστη, ανικανοποίητη κτλ…

-Ναι μαρή ποιητί ‽

-(Κοπτοραπτί, ασκαρδαμυκτί, μποναπετί, μουνοπανί, χειροκροτήματος επαίτη, απαιτώντας κάτι-τι…)

-Εγκλωβισμένος κλούβιανες μες την αντικερί,
ομοίωμα εαυτού αλλοτινού,
μπαγιάτικου αλίπαστου, τυριού ή αλλαντικού˙
ωχρός πια κάτωχρος κατήντησες, ολόιδιος με κερί…

-Φτού να μη βασκαθεί!

Νικόλας Γκόγκος_Καλαμάκι_Πρώτο Ποίημα του MMXVIII

DSCN1589

Φωτό: Δικειά μου, τραβηγμένη στο λατρεμμένο κοκτέηλ μπάρ «Witzwort» στον Άλιμο, δέκα χρόνια πρίν.

Σαΐτα

Σαΐτα

Σα μια σαϊτιά το ποίημα

καταρρίφθηκε,

σκορπώντας πίσω του τα γράμματα

καμμένα.

Μ’ ορμή ανθρώπινη μες τους αιθέρες

ρίχτηκε,

την εκπνοή του στα μητρώα τα

φωτισμένα…

Νικόλας Γκόγκος_MMXII

Στον φίλο πολυμήχανο Ποιητή, Πέτρο Πολυμένη

wp14-1680x1050

Φωτό: Truth, by Dennis Sbeijn