Η ΑΝΑΣΤΟΛΗ

Η ΑΝΑΣΤΟΛΗ

Κάποτε έπαιρνε φωτιά το χέρι·
ή μήπως ήταν το μυαλό που
πυροδοτούσε τη μελάνη;

Το χέρι τέλος πάντων,
έκανε όλη τη δουλειά!

Και μυστηριώδη σκοτεινά πουλιά,
φτερούγιζαν ράθυμα,
πάνω απ’ τη νύχτα μου.

Τώρα πια καταπίνω τη νύστα μου.

Κάποτε τα καταπότια δεν ήταν σκληρά,
και τα κατατόπια θα ήταν πιο εύκολα·
και τα τόπια, να! Γκελάραν αδιαμαρτύρητα.

Κάποτε έσπασα έναν καθρέφτη·
έριξα αλάτι στο πάτωμα,
φιλοξένησα μαύρες γάτες στο σπίτι μου·

άφηνα τα καπέλα μου
απάνω στο πάπλωμα.

Κάποτε η αναστολή,
δεν ήταν καταδικασμένη
εσαεί ν’ αναστέλλει…

Νικόλας Γκόγκος_ΜΜVIΙΙ

Chapeau sur Bed 1965 - Alfred Eisenstaedt

Φωτό: Alfred Eisenstaedt_Andrew Wyeth’s Bed_ 1965

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s