Αύγουστος

Αύγουστος    -Δικό σου˙

Μικρή μου τσιριχτή κιθάρα μου,
κορίτσι σφυρίχτρα εσύ,

φορώντας όλα σου τα χίππικα &
πεπαλαιωμένα χαϊμαλιά,

κι εγώ μια κάπα απ’ την Αργεντινή φερμένη.

Αγαπώ – αγαπώ την πολύχρωμη ζάλη σου,

τ’ απαλά τα φτερά σου,
αγαπώ τ’ άγγιγμά σου.

Σαν τρελοί αθίγγανοι δοσμένοι στην ηδονή
του γυρίζειν-γυρίζειν,
είχαμ’ εξ’ αρχής πολύ-πολύ,
κακές κατευθύνσεις.

Και σε ποιόν να μιλήσουμε τώρα;
ποιός αντέχει τον πόνο
μιας βιαστικής εξομολόγησης, τώρα;

Το περιβόλι μας φυτρώνει, περίφημους σταυρούς αντί για δέντρα.
Και να που ξέρω – έρχονται, προσκυνητάδες απ’τη γη,
για να τους δουν και για να τους στολίσουν.

Με ρόδα – τριαντάφυλλα,
τα άνθη είναι του πόθου.
Είν’ και τα άνθη της οδύνης.

Κόκκινο είν’ το αίμα ζώου μεγάλου κι άσκημου,
με δύναμη που σκιάζει.

Μες την πλατεία αυτή με τα χαλίκια,
δε βρίσκω άλλη παρηγοριά,
από πικρό καφέ.

Ο πόνος είν’ παροδικός. Δεν ξέρω αν τον εξερευνούμε οδικώς,
ή ταξιδεύοντας με βάρκα ξερονήσια.
Καμιά φορά, κάτι ξυπνάει
και χαϊδεύει έτσι τον σβέρκο σου,
γυναίκα μου,
μικρό εσύ κοριτσάκι,
εκεί που βγάζεις το απαλό
αυτό χνουδάκι.

Είν’ η ευκολία αυτή της τιμιότητας, η πιο παρεξηγήσιμη απ’ όλες.

Δεν το νομίζω πως δυό δίφραγκα
μπορούνε να το θέσουνε ξανά σε λειτουργία,
ετούτο το παλιόκουτο
με τους γρατζουνισμένους δίσκους.

Παρ’ όλα αυτά, γερά σε πιάνω από το χέρι
και ψιθυρίζω άγριες ικεσίες και
προσταγές μες το αυτάκι αυτό το
πορσελάνινο.
Φιλώ μ’ ευλάβεια τ’ ακατάπαυστα από
κλάματα ματάκια,
που τώρα δα δακρύζουνε γι’ ακόμη μια φορά.

Στις φλέβες μέσα μας κυλάει ένα αίμα υστερίας.
Χτυπιέται μες τους τοίχους του και διόλου
δε μ’ αρέσει.
Έτσι, γι’ αυτό και προσπερνώ, την αδικία που μας χωρίζει.
Ζητώ – ξανά ζητώ μια ευκαιρία
για εμάς και τη ζωή μας.

Όποιος μια μέρα είδε,
έκτοτε βλέπει πράγματα,
που ίσως δεν θα το ’θελε
ποτέ του να τα δει.
Όποιος και Όποια
Θέλουν,
πρέπει να διεκδικήσουνε, πρέπει να πορευτούνε.
Ο δρόμος μας καυτός είναι σαν κλίβανος.
Τα πήλινα κορμιά μας πως σκληραίνουνε
από την ηδονή του πλάστη.

Μα πώς τα δέντρα κι η θάλασσα κι αυτός
ο ζαλιστικός θερινός θάνατος, που ξεραίνει
λιβάδια κι ανθίζει ελπίδες και όνειρα,
παρμένα στη βιασύνη έτσι σταράτα κι ανεξήγητα;

Είσαι μια πεταλούδα ασχημάτιστη, είσαι μια
όμορφη όαση,
μέσα σ’ αυτή την άπλετη έρημο,
στα όρια της δίψας.
Μιας δίψας τόσο αδρόσιστης, μιας δίψας χρόνια μόνιμης…

– Ώώώώώώώ, το φιλί σου θα ’ναι σίγουρα αλμυρό σ’ ετούτη
την ουλή του πόθου μου που τρέφεται μ’αλάτι.

Ζωγραφισμένοι άγγελοι
σε ταβάνια τζαμιών,
σε παρασύρω,
σα βοτσαλάκι,
είμ’ ένας,
Αύγουστος.

Νικόλας Γκόγκος_ MMXV

nuptials-god

Φωτό: Eric Gill_Nuptials of God

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s