ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ

 

ΑΓΙΟΚΛΗΜΑ

Στην Άννα Γρίβα

Δεν έχω ιδέα πως τελικά το συνάντησα,
αλλά είχε τη δυνατότερη οσμή του καιρού μου.

Θηλυκή, πληγωμένη θανάσιμα, καήκαν τ’ αυτιά μου.

-Μα δε θέλω να σε πληγώσω! Της είπα.

Και ξέρω πια να φροντίσω όταν ο πόνος
βαθαίνει˙

κάτι χάνοντας από ισορροπία, πώς ν’ αυτοσχεδιάσω λυμένος;

-Ντρέπομαι για κλάμα αντανακλαστικό˙ τι χάδι, θα μάθω ˙

Σήκωσα το κεφάλι, έτρεξα τα μάτια ολόγυρα,

κι οι κόσμοι δονούνταν αναστάσιμοι, σαν τις ρωγμές

καμπαναριού αποκαλύψιμου, κι έδωσα όρκο σιωπής.

Τι έκανα έπειτα, επίσης δε θυμάμαι. Τα ίχνη του μέλλοντος είχαν σβηστεί.

-Παρά την απειρία μου, κυοφορούσα εξ’ αρχής τους σπόρους του απείρου˙μου είπες.
Έσκυψα και φίλησα τις ρίζες σου, και τους καρπούς σου, ευλαβικά.

Τέλος να σμίξω θέλησα, στα ματωμένα σου κλαδιά.

 

Νικόλας Γκόγκος_MMXIII

8282961068_723d9822ec_o

Φωτό: «Αγιόκλημα το Περίπλοκο (Lonicera Implexa)»_Έργο του Επιστήθιου κι Αδελφικού μου φίλου, Αλέξανδρου Μερτζάνη, aka, Alex Coitus. Ενός εκτάκτου, λαμπρού ποιητή της εικόνας…

Advertisements

Leonard Cohen: The Stranger Song

The Stranger Song

[Το Tραγούδι του Ξένου]

Αλήθεια ήταν χαρτόμουτρα

οι άντρες που σου ’λάχαν

αν κι όλοι διαβεβαίωναν

πως ’κοψαν το χαρτί,

κάθε φορά που μια φωλιά

τους πρόσφερες εσύ.

κι ειν’ ζόρικο το χέρι να

να τους δίνεις…

Ξέρω τ’ αντράκι αυτό,

σα το άλλο μου μισό.

Δες φτάνει στα ουράνια

για να πα να τσακιστεί.

Για δες πως σκαρφαλώνει

για να πέσει.

Κι όταν μετά απ’ το πάτωμα,

μάζευες τα παλιόχαρτα

που είχαν τον «τρελό» ζωγραφισμένο,

εκεί ήταν που κατάλαβες

πως τίποτα δεν σ’ άφησε˙

δεν σ’ άφησε πολλά,

ούτε ένα γέλιο…

Σαν όλα τα χαρτόμουτρα,

φίνο χαρτί περίμενε˙

πάσο πια δεν θα πήγαινε,

θα ’πιανε την καλή.

Ένας τυχαίος Ιωσήφ

πού γύρευε τη φάτνη.

Κάποιος τυχαίος που έψαχνε

να βρει να ταϊστεί.

Κι όταν αργότερα εσύ

απ’ το παράθυρο σου,

κοιτάς καρτερικά

και τον προσμένεις…

Αυτός θα πει:

«-τον Ανδρισμό

μου χάλασες μωρή

με την αγάπη,

τη στοργή,

με τη φωλιά σου.»

Θα ξετρυπώσει ένα παλιό

του τραίνου δρομολόγιο,

μες από το τριμμένο

πορτοφόλι.

Θα μουρμουρίσει…

«-Στο ’χα πει,

ναι, στο ’χα πει

κορίτσι μου: Εγώ

δεν ήμουνα

παρά ένας ξένος.

Σου το’ χα πει πως

ήμουν ένας ξένος.»

Τώρα άλλος ένας απ’ αυτούς,

που τα όνειρά τους αγνοείς

σε θέλει να εμποδίσεις τα δικά σου.

Ξέρεις το αντράκι το θρασύ,

με το χρυσό το χέρι˙

τα φύλλα τα μοιράζει

μ’ ευκολία…

Μα ειν’ σάπιος απ’ τον ώμο

ως και τα νύχια.

Ναι τώρα σάπισε μέχρι τα νύχια.

Και θέλει ν’ ανταλλάξει λέει

το παίγνιο που σού ’παιξε

με τη δική σου την υπηρεσία…

Και ξέρει μια χαρά να κάνει τράμπες.

Σιχάθηκες το χέρι του,

που πάλι το κατέβασε

σα ν’ άφηνε άλλη μια

παρτίδα πρέφα.

Μιαν ιερή παρτίδα

άφησε πρέφα.

Και κει που παραμίλαγε,

στον ύπνο του, τον πρόσεξες˙

του ξέφευγε καπνός πίσω απ’ τον ώμο…

Φαρδύς δρόμος καπνού πίσω απ’ τον ώμο…

Του λες «-έλα και κάτσε εδώ.»

Κι όμως κοιτάς ξωπίσω σου,

η πόρτα σου ανοιχτή, μπάζει

η φωλιά σου…

Η πόρτα σου ανοιχτή,

μπάζει η φωλιά σου…

Και άνοιξες το μάνταλο

-του δρόμου-

δε φοβήθηκες,

εσύ ήσουνα Γλυκιά μου

ο μόνος Ξένος.

Εσύ ήσουνα αγάπη μου

ο Ξένος.

 «-Λοιπόν ναι, σε περίμενα

και ήμουνα πια σίγουρος˙

 θα σ’ έβλεπα εν μέσω δυο συρμών.

Νομίζω ήρθε η ώρα γι’ άλλο τραίνο…

 Κατάλαβε με, εκλιπαρώ,

ποτέ μου δεν απόχτησα

τον μυστικό κι ωραίο εκείνο χάρτη.

 Το χάρτη που θα έβγαζε

μια μέρα στην καρδιά σου,

μες την καρδιά αυτού εδώ

ίσως και του άλλου…»

Και έτσι όταν σου μιλά,

δεν ξέρεις τι αποζητά

δεν ξέρεις πια καθόλου

τι ζητάει…

Να βγείτε πάλι απόψε

σου ζητάει…

«-Αύριο, αν θες κι εσύ,

στη γέφυρα ας βρεθούμε.

Αυτή που χτίζουν πάνω στο ποτάμι.»

Αφήνει την πλατφόρμα για τ’ αμάξι.

Για έναν ύπνο γρήγορο στ’ αμάξι…

Μόλις ξεφώνισε

άλλο ένα καταφύγιο.

Και φαίνεται για μια στιγμή,

όχι ξένος, μα οικείος πολύ˙

λες: «-Εκεί στη γέφυρα, ή όπου αλλού

γουστάρεις».

Κι όταν μετά απ’ το πάτωμα,

μάζευες τα παλιόχαρτα

που είχαν τον «τρελό» ζωγραφισμένο.

εκεί ήταν που κατάλαβες

πως τίποτα δεν σ’ άφησε

δεν σ’ άφησε πολλά

ούτε ένα γέλιο…

Σαν όλα τα χαρτόμουτρα

φίνο χαρτί περίμενε

πάσο πια δεν θα πήγαινε,

σιγά μην έπαιζε άλλο.

Ένας τυχαίος Ιωσήφ

πού γύρευε τη φάτνη.

Κάποιος τυχαίος που έψαχνε

να βρει να ταϊστεί.

Κι όταν αργότερα εσύ,

απ’ το παράθυρό σου

κοιτάς καρτερικά

και τον προσμένεις,

Αυτός θα πει:

«-τον Ανδρισμό

μου χάλασες μωρή

με την αγάπη,

τη στοργή,

με τη φωλιά σου.»

Θα ξετρυπώσει ένα παλιό,

του τραίνου δρομολόγιο

μες από το τριμμένο

πορτοφόλι.

Θα μουρμουρίσει:

«-Στο ’χα πει,

ναι, στο ’χα πει

κοπέλα μου,

δεν ήμουνα εγώ

παρά ένας ξένος.

Σου το’ χα πει πως                                                                      

ήμουν ένας ξένος.»  

Μεταγραφή του «The Stranger Song»_Νικόλας Γκόγκος_MMX

3A426E5700000578-0-image-m-47_1478912458778