Ανάρρους

Ανάρρους

Ίσως να το ’πε ένα πουλάκι γαλανό. Ίσως να το ψιθύρισε κάποια στιγμή η νύχτα. Ίσως και ν’ αναδύθηκε απ’ την τρέλα, σα μια στερνή, ορθή, διαμαρτυρία. Θυμάμαι. Μόνο αυτό κάνω αν θες, θυμάμαι. Νύχτες γλυκές, με τριζόνια. Νύχτες οδοιπορίας και νύχτες πείνας. Θυμάμαι πως όταν ο ήλιος χτυπάει τ’ αγριεμένο απ’ τη φύση πρόσωπο, μια ηδονή απερίγραπτη κατακλύζει τα σωθικά ενός άντρα. Ξέρω πως μια γυναίκα κόβει βόλτες με το μωρό στην πλάτη της, για να το ταχταρίσει. Ξέρω πως υπάρχουν ποτάμια πιο ’κει και πως η εικόνα δεν ανήκει πια στη Γή της ξηρασίας. Ξέρω πως ο χρόνος κυλά αβίαστα. Ξέρω πως εμείς βιαζόμαστε να χορτάσουμε την πείνα και την δίψα μας. Ξέρω πως η αγάπη πια είν’ περισσότερο εφεύρεση από αλήθεια. Ο ίδιος άντρας ξέρω ότι γερνά και έχει μάθει την απόλαυση απ’ έξω. Ξέρω πως είναι δάσκαλος κι έχει δυό γιούς και δύο κόρες. Ο ένας του γιός θα τον μισήσει. Και θα φονεύσει και θα κλέψει και θα χτίσει. Είν’ ο τερατουργός, είν’ ο υβριστής, είναι ο τέκτων. Μην το ακούς το κάλεσμα του Κάιν. Πόσο άλλο δυνατός θέλεις να γίνει; Κι έτσι μου φαίνεται… Θά ’ταν καλό να… Πάμε πίσω ξανά. Νύχτες γλυκές με τριζόνια. Ημέρες μακρές και κινούμενες.

Νικόλας Γκόγκος_MCMXCVIII

ezgif.com-gif-maker

Φωτό: Histoires extraordinaires 1968_ «Toby Dammit» segment by Federico Fellini

 

Advertisements

Jean Delville: Η Φρικίαση της Σφίγγας

Le Frisson du Sphinx

[Η Φρικίαση της Σφίγγας]

Στη γη του Ώρος, του Ραμσή και του Σέσωστρι, καίτοι στα χρόνια των Λατίνων, τότε που η πορφυρή Ρώμη ανύψωνε σε μπρούτζο και χρυσό τους μαραμένους της αυτοκράτορες, αυτή είν’ η ώρα που το αχανές διαπερνά την καρδιά του ανθρώπου.

 

Όμοια με την επιλεχθείσα σφαίρα των μεγάλων και σεπτών φωτοστεφάνων που οφείλουν να περικυκλώσουν την κεφαλή των μελλοντικών αγίων, η σελήνη ανθίζοντας, χαμογελά τα αιθέρια όνειρά της στο αστρικό θυμίαμα, που τρίβεται πάνω στην καθαγιασμένη τούτη γη.

 

Πέρα στις κυανές αμμοθίνες της βιβλικής ερήμου, αναπαυόμενη στη μυστικότητα και τη μακαριότητά της, το Αιγυπτιακόν αυτό τέρας, με το μισάνοιχτο μάτι της, ατενίζει την αιωνιότητα, μέσα στην ερημιά.

 

Καμιά πνοή μες στη νυχτιά. Όμως, ανά στιγμές, επίμονο, το μακρυσμένο ουρλιαχτό ενός γέρικου αιλουροειδούς που τριγυρνά και φρουμάζει αδιάκοπα, στραμμένο προς τον ορίζοντα, καθώς οσφραίνεται την τραγική μπόχα του θηριώδους εγκλήματος του Ηρώδη.

 

Μετάφραση: Νικόλας Γκόγκος_Δεκέμβρης_MMXVIII

JD

Φωτό: Jean Delville: L’idole de la perversite, 1891

EM

ΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΕΙΑ

ΑΓΙΑ ΕΥΓΕΝΕΙΑ

 

Ποιά καθαρή

βροχή

θα ποτίσει

 

το σαθρό

ξηρό έδαφος

που γυμνώσαμε,

 

τον ξεριζωμό

των ψυχών

μας;

 

Ποιά καρδιά τρυφερή

ποια ψυχή δυνατή

ποια φαντασία ζωντανή

θα γεννήσει;

 

Ποιά ματιά καθαρή

μα κι ελεύθερη

τη λαβωμένη πληγή

σε λάβα ηφαιστειακή θα

μεταστρέψει;

 

Είναι σοφή.

Έχει τα πράσινα μάτια

που ονειρεύονται ακόμη

πάνω απ’ τα νέφη των πόλεων.

 

Ξεδιαλύνουν καταχνιές και μυστήρια,

προσεύχονται ταπεινά τις νύχτες.

 

(Κι αν προσέξει κανείς θ’ αφουγκραστεί:

αγαλλιάσεις, φτερά, μουσικές·

και θα κλάψει.)

 

Κάποιοι μαστροποί και δειλοί,

την είπαν ιερόδουλη, τρελή.

 

Κι όμως το φωτοστέφανο στο παιδικό της κεφάλι

ήταν τόσο λαμπρό και άθικτο

σαν τη δουλειά της.

Ιερή άγια πάντα.

 

Ποιά αληθινή

και καθαρή

φωνή

θα ξυπνήσει,

 

τις σκιαγμένες λιπόσαρκες

σκιές που ψηλαφούν λιμασμένα

σκοτάδια, σκουντουφλώντας αδηφάγες

κολάσεις, μπουρδέλα αλισβερίσια,

αποπάτους προσδοκιών αλυσοδεμένων,

χαζοχαρούμενα Σισύφεια βάσανα χαροκαμένα;

 

Το παρθενικό της χαμόγελο,

πικρό,

θα στάξει τις αχτίνες της ανατολής,

βάλσαμο στις πληγές

των ανθρώπων.

Νικόλας Γκόγκος_MMXI

JH

Φωτό: Jeanne Hébuterne (6 April 1898 – 26 January 1920)

A Road Moving

A Road Moving

Το κλίμα του τέλους του κόσμου αυτό που καλλιεργείται από ορισμένα υπομόχλια συμφέροντα βρίσκει ανθρώπους απογυμνωμένους στην αδυναμία τους· τα φωτεινά μάτια των παιδιών ανακλούν την περιρρέουσα ανασφάλεια αεικίνητα κι αμόλευτα ακόμη· η μετακίνηση απαραίτητη η εγκαρτέρηση ενδεδειγμένη η νευρικότητα επιπρόσθετη το κλίμα του τέλους του κόσμου αυτό που καλλιεργείται από ορισμένα υπομόχλια συμφέροντα βρίσκει την ουσία απογυμνωμένη απ’ ένα κάποιο ρετούς που απομένει καθώς προ του τέλους ταχτοποιούμε την αταξία μιας ολόκληρης ζωής ηλικιωμένοι·

………………………………………………………………………………

ταχτοποίηση νευρικότητα και παρά την τυποποίηση η ποίηση μοιάζει να ξαναλειτουργεί φασματικά μεν αλλά πάνω απ’ τις πόλεις, λειτουργεί μαγικά σχεδόν, στο λεγόμενο άυλο υψίπεδο όπου μάγκες διαλεχτοί κλειδοκράτορες εκλιπαρούν και προσεύχονται με μάτια τεταμένα σε αχτίνες φωτός μα οι συλλογικότητες γεννάν άλλες διαστάσεις ποιητικές κι αντιφάσεις η ανάγκη του καθενός οι ανάγκες όλων τα ζόρια του καθενός τα σύνορα όλων οι επαίτες στο σιδηρόδρομο οι σιδηρόφραχτοι σαρκαστές τους

………………………………………………………………………………

ένα κορίτσι με τα μάτια της Μινιόν στη λάθος κίνηση οι γειτονιές εναλλάσσονται καθώς αγκομαχούν τα βαγόνια· ο αγέρας γίνεται διαφορετικός ο αγέρας μεταλλάσσεται σε ποιότητα και πυκνότητα κι αν με καταλαβαίνεις ο αγέρας αλλάζει πρόκειται πια γι’ άλλον αγέρα αγέραστο αγέρωχο κι έτσι οι άνθρωποι αρχίζουμε ν’ αναπνέουμε να κοιτούμε να σκεπτόμαστε να μιλούμε κι εμείς διαφορετικά· το κλίμα του τέλους του κόσμου αυτό δηλαδή που καλλιεργείται από ορισμένα υπομόχλια συμφέροντα μας βρίσκει ν’ αναπνέουμε να κοιτούμε να σκεπτόμαστε να μιλούμε λοιπόν διαφορετικά· η μετακίνηση απαραίτητη, a road moving…

Νικόλας Γκόγκος_MMXII

Μινιόν

D

Φωτό: α. Ενσταντανέ από το Falsche Bewegung (Λάθος Κίνηση) του Wim Wenders. β. Εξώφυλλο της νουβέλας του Peter Handke, στην οποία βασίστηκε το φιλμ.

II ΜΙΚΡΑ ΙΝΔΙΑΝΙΚΑ

II ΜΙΚΡΑ ΙΝΔΙΑΝΙΚΑ

 

I

Manabozho  •  Bugs Bunny

H κουλτούρα που εκλάπη,

κι εγένετο, POP!

Mε τη γοητεία εκρηγνυόμενου

φελλού, που τελικώς

επιπλέει.

1

II

Hopi.

Της Björk το μαλλί.

Ομογένεια·

What a hope!

Mια μικρή ινδιανοπούλα.

2

Νικόλας Γκόγκος_MMXIV

Φωτό: I.  Manabozho, απεσταλμένος του Μεγάλου Μανιτού & Bugs Bunny.

II. Κορίτσι της φυλής Hopi, φωτογραφημένο από τον Edward Sheriff Curtis το 1922 & Εξώφυλλο του «Homogenic» (1997) της Björk Guðmundsdóttir. One Little Indian Records.