An Odyssey

An Odyssey.

Έφυγες μακριά μου,

ταξιδιάρικο πουλί μου,

Έφυγα κι εγώ σ’ ένα ταξίδι μές τον πόνο.

Δεν έσβησε από την ψυχή, ποτέ

η θύμησή σου,

τα μάτια μου απ’ τα μάτια σου,

ποτέ τους δέν χωρίσαν.

Άγγελε εσύ φτερούγισες  με τα απαλά

φτερά σου, την πτώση μου εμπόδισες,

κι ας ήμουνα μακριά σου.

Κι όταν ακόμη τους φρικτούς,

τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες

μπόρεσα να  αποφύγω,

με χίλια δυό τεχνάσματα

μπόρεσα να ξεφύγω,

μα κόστισαν ζωή.

Κι όταν ακόμη άκουσα δεμμένος στο κατάρτι

Σειρήνες να ουρλιάζουνε με μένος τ’ όνομά μου,

ο πόνος μου κι ο νόστος μου για σένα ολόδροσή μου,

ποτέ σου λέω αγάπη μου δέν μπόρεσε να σβήσει.

Κι όταν μέχρι το σώμα μου ξέχασε να θυμάται,

στα ανήλιαγα του θάνατου τοπία σάν Ορφέας,

τους πρόγονούς μου ρώτησα πού τάχα να σε βρώ,

με κέρασαν πικρό κρασί απ’ τ’ αγίνωτο του Άδη,

και μου είπανε στα όρια ποτέ μήν φοβηθώ.

Κι όταν όλους τους φίλους μου, συντρόφους στα

ωραία, τους έχασα σαν ένιωσαν την πίκρα μου χολή,

και τους λωτούς προτίμησαν να τους καταβροχθίζουν

ποδοπατώντας άγρια σαν χοίροι την ψυχή,

Κι όταν ακόμη φώναξα,

σε μια δόλια πλανεύτρα,

«Ύπαγε ξοπίσω μου,

Κίρκη εσύ μικρή!»,

Σαν ζώα πολλά και διάφορα,

τον δρόμο μου εμποδίσαν,

Κι είδα μέσα στα μάτια τους

που άγρια γυαλίζαν,

οτι άν φερθώ με σύνεση,

και λύρα τους χαϊδέψω,

Κάθένα από τα ζώα αυτά

θα αφήσει να μαγέψω,

απ’ τον λοιμό των ποντικιών

φλογέρα να τους παίξω,

την πόλη αυτή την άγρια

μπάς και την ημερέψω.

Κι όταν θαλασσοδάρθηκα,

κι ο άνεμος με πήρε,

και άγρια σύννεφα έτρεχαν

σε άγριους ουρανούς,

δε δίστασα να μειωθώ,

να γίνω ο «κανένας»

μόνο και μόνο

για να βρώ

την πίστη μου σε εσένα,

γινόμενος σάν θα σε βρώ,

για εσένα πάλι ο ένας.

Ίσως πολλοί προσπάθησαν

μάταια να σε κερδίσουν,

την ύστατη αγάπη σου που μου είχες δωρισμένη.

Τυφλός εγώ και βασιλιάς,

μονόφθαλμος στην Τροία

είχα για πόλεμο παιδιών,

βάψει το πρόσωπό μου,

για μάχη που ήταν εξ αρχής, για όλους μας χαμένη.

Κι έτσι σαν σε ανεμόμυλους και δίχως συνοδεία,

ορμούσα αμυνόμενος σε αόρατο εχθρό,

για «Ελένες» που δεν με έμμελε

εμένα να κερδίσω, για ενός «νεκρού μου φίλου»

ένα «πουκάμισο αδειανό».

Το σώμα μου δεν ξέχασε ποτέ την μυρωδιά σου,

το άγγιγμα, το χάδι σου, που ήταν σαν προσευχή.

Την πίστη μου κι αν κόντεψα να χάσω μιά για

πάντα, στην δυνατή αγάπη μας, χάρισα υπομονή.

Κάπου μακρυά στη χώρα μας, το γέρικο σκυλί μου

την πίστη μου για σένανε φυλούσε στην ζωή μου.

Κι άν Καλυψώ με κράτησε με μάγια στο πλευρό της,

ποτέ δέν της χαρίστηκα να γίνω εραστής.

Κι όταν μες την απόγνωση,

το σπέρμα μου κρατούσα,

για σένα πάλι λύγισα,

στο χέρι μου,στο στέρνο μου,

το ξόδεψα με σιγουριά για εσένα μόνο ευθής.

Σαν είχα γίνει μια σκιά,

χλωμή και δίχως αίμα,

τα μάγουλά μου έβαψα

με το αίμα ενός κριού.

Στου William Blake τις ερημιές,

με φρίκη να γυρεύω,

τον μίτο μιάς Aria

να βρώ του γυρισμού.

Θησέας, Πενθέας, Ομηρος, με βρήκανε προχθές.

Κι ο Διόνυσος που άφησα άλλους να τον λατρεύουν,

στην Γή των Aboriginals με ουίσκι ανακατεύουν

μέ μανδραγόρες και cocaine το Όνειρο νοθεύουν.

Όλοι του κόσμου οι άγριοι, δυτικοί υποκριτές.

Νικόλας Γκόγκος_MMIV_Στην Αγλαΐα Μηλιά

dead_man

Φωτό: «Κλείνοντας το μάτι» στον Jarmusch

Advertisements

Κούφια έξοδος των εντερικών αερίων από τον πρωκτό.

Κούφια έξοδος των εντερικών αερίων από τον πρωκτό.

Θα κάμνω την πορδή μου αερόστατη,

ώστε ο τόπος να βρωμίσει από σκασμένα

μπαλονάκια μεθανίου!

Θα πέρδομαι ανακούφιος ακατάπαυστα,

να γίνει η κλανιά ’μ

αργιωπορδούμενη,

και στους αιθέρες να υπεισέλθει του Κυρίου.

-Αμήν·

 

 

Νικόλας Γκόγκος_Διάφορα, Ανόητα, Παράξενα_MMXVII

 

He-Gassen a.k.a. 屁合戦 a.k.a. the fart war.

Φωτό: He-Gassen_ 屁合戦 _Ο πόλεμος των πορδών. 

David Lynch: Παράξενη και Αντιπαραγωγική Σκέψη

David Lynch: Παράξενη και Αντιπαραγωγική Σκέψη

   Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους προαναφερθέντες διαλόγους, ανακαλύπτουμε τις δυνατότητες μιας στροφής προς την προοδευτική συμπεριφορά και την απόλυτη συνειδητοποίηση του στόχου της εξέλιξης, η οποία μας χορηγεί τα οφέλη της επιπλέον επίγνωσης, με μιαν απεριόριστη δέσμευση ευτυχίας, επίσης γνωστής ως ευδαιμονίας, που δεν είναι παρά ένα αποτέλεσμα των νόμων που διέπουν τη φυσική συμπεριφορά, καθώς αυτή συγχωνεύεται με τα υψηλότερα επίπεδα του πνεύματος, κι έτσι συνεκδηλώνει το μαγικό και μυστικιστικό επίπεδο της συμπαντικής συνειδητότητας, γινόμενη ένα με τη λαχτάρα για πλήρη παράδοση στον υψηλότερο εαυτό, ο οποίος ενδεχομένως αναμένει όλους αυτούς τους αιώνες του χρονικού διαστήματος και μάλιστα ορισμένες φορές βυθίζεται σε μια κατάσταση ημινάρκωσης ή απώλειας των αισθήσεων, συνορεύοντας έτσι με την πλήρη απουσία της σκέψεως. Συγκεκριμένα, οι τομείς που αφορούν το νέο φουτουριστικό μοντέλο σκέψης, έχουν να κάνουν με κάποιες αφηρημένες, ορισμένως απόκρυφες, συναισθηματικές τάσεις, οι οποίες θα οδηγούσαν κάποιον να πιστέψει, ότι οι συνέπειες της αλληλεπίδρασης μεταξύ των θετικών και αρνητικών δυνάμεων, παράγουν ένα ζωτικό σύνδεσμο μεταξύ των υποσυνείδητων και υπερσυνειδητών νόων, η οποίοι, ως εκ τούτου, μπορούν να λογαριαστούν ως πραγματικές δομές, με δύο ξεχωριστές και σαφώς διαφορετικές ποιότητες. Όπως είδαμε, όταν μία ή περισσότερες από τις έντονες αισθητηριακές ενέργειες, σχετίζονται με τα υψηλότερα επίπεδα των αντιληπτών φαινομένων, οι νέες αυτές μορφές, επενεργούν τότε άμεσα επάνω στους δύο νόες που συζητήθηκαν προηγουμένως, ενώ ολοκαίνουργιοι συσχετισμοί υποχωρούν μπροστά στα απορρέοντα προβλήματα που ξεδιαλύνουν τις νέες εντάσεις των συναισθηματικών και σωματικών προσόντων που βλέπουμε να ανακύπτουν στους εκπαιδευτικούς οργανισμούς και στις επιχειρήσεις σε όλη την επικράτεια, αλλά και στις πόλεις όπου φυσικά προστίθενται οι επιπλοκές της πολυσυζητημένης άποψης, ότι δεν μπορεί δηλαδή κανείς να ανεχθεί την ύπαρξη δύο ή περισσοτέρων εντόνως αντιθέτων ιδεών κατά την ίδια χρονική στιγμή. Άλλοι βεβαίως, ενδέχεται να θεωρήσουν ευκολότερο να δηλώσουν πως «ωστόσο», η ίδια η σκέψη είναι εκείνη η οποία ταλαιπωρεί πολλούς από εμάς εδώ, οι οποίοι για τόσον καιρό επιρρίπταμε το φώς επάνω στις λέξεις που μας προσέφεραν κάποιο νόημα αναφορικά με το ποσοστό της προσπάθειας που απαιτείται για την ανάφλεξη μιας συγκεκριμένης διαδικασίας, που οδηγεί αναπόφευκτα στην επίγνωση της εκεχειρίας, η οποία ευρίσκεται πίσω από την εναλλασσόμενη ουσία,  και η οποία είναι ατελείωτη, δίχως πραγματικά να αρχίζει, ενώ σε αυτές τις φράσεις φυσικά, συναντούμε και το κλειδί για το ξεκίνημα ενός μεγάλου ταξιδιού προς την κατανόηση, η οποία όπως καλά γνωρίζουμε, αποτελεί κάτι για το οποίο κάθε ανθρώπινο πλάσμα κραυγάζει, ενώ σφαλίζει με τις παλάμες του το στόμα. Ορισμένες φορές τα βράδια, μια αίσθηση εκείνου του τύπου, που κατατρύχει τα νεαρά παιδιά στο δάσος, θα έλθει μαζί με έναν σκοτεινό άνεμο, και όλο το φως θα ξεθωριάσει, αφήνοντας μονάχα κάποιον ανεπαίσθητο ήχο να διεισδύσει στους οφθαλμούς, οι οποίοι θα ακολουθήσουν τα σκοτεινά σχήματα, τρέχοντας προς την εύρεση ασφαλών φωλεών, μόλις και μετά βίας απρόσιτων από τα μικρά λευκά δόντια και τα ρύγχη, τα γεμάτα ακαθαρσίες, σκαρφαλώνοντας ψηλά, επάνω στα βουνά που καλύπτονται από δένδρα υψιτενή και πράσινες βελόνες και κόκκινο φλοιό και ρητίνη που διαχέεται στον αέρα, ο οποίος τη στεγνώνει στην επιφάνεια, με αποτέλεσμα να κρουστοποιείται, κάτι που επιτρέπει την προστασία όλου εκείνου που βρίσκεται εντός της κρούστας και που έτσι τώρα θα παραμένει υγρό και θα διατηρήσει την ταυτότητά του, εξακολουθώντας να βρίσκεται σε μια κατάσταση συγγενική με εκείνην της αγνής παρθένας ουσίας, που θα μας θυμίζει το σπιτικό μας, που θα μας θυμίζει το κόκκινο δοχείο με τα κουλουράκια και τα χαμόγελα που χορεύουν γύρω μας τα χρυσά απογεύματα, ενώ η πίπα θα αφήνει μικρές τολύπες καπνού να ξεφεύγουν από το στόμα του πατέρα, με ένα τσεκούρι παραδίπλα για την κοπή της ξυλείας που αναπτύσσεται επάνω στα ψηλά βουνά, προκειμένου να διασφαλίσει το γεγονός ότι οι θεμελιώδεις ιδιότητες που ενυπάρχουν στις λύσεις των σύγχρονων φιλοσοφικών ερωτημάτων είναι ακριβείς· η πρώτη λοιπόν και κύρια εκτίμηση, έγκειται στον τομέα των αφηρημένων εννοιών που σχετίζονται με την απώλεια της φύσης, και μαζί τους η αλληλεπίδραση των πρωτογενών δυνάμεων της ίδιας της ζωής, που έχουν τώρα αποδεδειγμένα και πέραν πάσης αμφιβολίας τη βάση τους στο πεδίο του απόλυτου, στην εν κενώ συνθήκη που μας φέρνει κατά νου ότι υπήρξε μια αντιστροφή κάποιου είδους στην πανάρχαια φράση, «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Όπως έχουμε παρατηρήσει, αυτό το είδος σκέψης που ενυπάρχει από την αρχή των χρόνων, είναι απλά ένα προπέτασμα καπνού, απαραίτητο για τον αποκλεισμό όλων σχεδόν των ερευνών προς την εύρεση της αλήθειας για τους αιώνες που θα ακολουθήσουν, και με αυτό στο μυαλό μας, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η αρχική σκέψη ενός θέματος είναι κρίσιμη για όλα όσα θα επέλθουν, και μπορεί κιόλας να αποτελέσει έναν εξαιρετικό συνεργάτη των σκοτεινών και διαβολικών δυνάμεων, οι οποίες επομένως θα μπορούσαν να μας καταδικάσουν να ζήσουμε για πάντα στο σκοτάδι και τη σύγχυση, αρνούμενοι ακόμα και να αναγνωρίσουμε ότι είχαμε κάποτε υπάρξει, ή πως κάποτε υπήρξε κάποιο πράγμα όπως ένα χαλασμένο δόντι, ή ένας πονόδοντος. Φέρνοντας τη συζήτησή μας στην σφαίρα των πρακτικών συλλογισμών, έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε τις δυνατότητες της στοματικής υγιεινής, καθώς και την αξιοσημείωτη ιδέα ενός κόσμου ελεύθερου από τη φθορά των δοντιών και όλων των άλλων προβλημάτων που σχετίζονται με τα δόντια, την γλώσσα, ή τη στοματική κοιλότητα, η οποία μάλιστα, θα μπορούσε να καταστεί ένα πρωταρχικό κίνητρο για μιαν ορισμένη εξάλειψη των φόβων που σχετίζονται με την οδύνη που συνδέεται με τις οδοντιατρικές εφαρμογές, ακόμα και με την ιδέα ότι η μικροβιακή πλάκα θα μπορούσε να εμφανίζεται στην επιφάνεια των οδόντων, άλλα και με τα αρνητικά συμβάντα που ακολουθούν, όπως οι ειδεχθείς μυρωδιές που εκπέμπονται από το στόμα, καθώς και οι αποχρωματισμοί αλλά και η διάτρηση των πάλαι ποτέ όμορφων νοητικών εικόνων, καθώς και η πιθανότητα καταστροφής των ανθρώπινων σχέσεων, βασιζόμενη στην ιδέα της αρνητικής παραμόρφωσης του στόματος του ιδίου, εφόσον τα δόντια, αν και δεν θεωρούνται αναγκαστικά ως ένας από τους κυριότερους θεμέλιους λίθους της ευτυχίας, μπορούν στην πραγματικότητα να αποτελέσουν μια μικρή πληγή, χαίνουσα και μεταφέρουσα αρνητική ενέργεια, σε έναν άλλοτε ήσυχο και γαλήνιο νου, παραδίνοντας τον εν τέλει, σε παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη.

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Αντιπαραγωγική σκέψη

Αντιπαραγωγική σκέψη

Αντιπαραγωγική σκέψη

Μεταγραφή του «Strange and unproductive thinking»

του David Lynch_Νικόλας Γκόγκος_MMXVII

David-Lynch-for-Cover-260x260

Ο David Lynch είναι Αμερικανός κινηματογραφιστής, τηλεοπτικός σκηνοθέτης, εικαστικός, μουσικός και περιστασιακά ηθοποιός. Γνωστός για τις σουρεαλιστικές του ταινίες, έχει αναπτύξει το δικό του μοναδικό κινηματογραφικό στυλ, το οποίο και έχει χαρακτηριστεί «Λυντσεϊκό», ένα στυλ που διέπεται από την ονειρική εικονοποιία, και την σχολαστική ηχητική σχεδίαση. Τα σουρεαλιστικά, και σε πολλές περιπτώσεις, βίαια, στοιχεία που περιέχονται στα φιλμ του, είναι γνωστό πώς «διασαλεύουν, προσβάλλουν ή καταπλήσσουν» τα ακροατήρια. Ο Lynch είναι πασίγνωστος τόσο για τις ταινίες του, καθώς και για την τηλεοπτική σειρά Twin Peaks. Έχει επίσης μεταβεί στη μουσική παραγωγή, με δύο άλμπουμ, τα «Crazy Clown Time» και «The Big Dream».

ΠΑΡΑΛΟΓΗ (Ποίημα της ηλικίας των 15)

ΠΑΡΑΛΟΓΗ
(Ποίημα της ηλικίας των 15)

Μικρό παιδί μονάχο του
αλαφροπερπατούσε,
καθώς παιγνίδι στρόγγυλο
στα χέρια του κρατούσε·
κι ονειροπόλες έφτιαχνε
φούσκες από σαπούνι,
ενώ το αναφυσούσε.

Του παιγνιδιού η ανεμελιά
του φούσκωνε τα στήθη,
μ’ ακούει ξάφνου μια φωνή!
Κρυφά στο πλάγι εστήθη.

«-Ποια να ’ν ετούτη η φωνή;
τί τάχα θέλει να μου πει;»
«-Μια φράση μοναχά θα πει,
σιγά μα αιώνια ν’ ακουστεί».

Tην ιδική του τη φωνή
ακούοντας το μικρό παιδί,
σκιάχτηκε κι αγριεύτηκε,
μένοντας ’κει κατάπληχτο
με σύξυλη μορφή.

Τα χρόνια τότε πέρασαν,
φέρνοντας αλλαγή,
στο δάσος, στο μικρό παιδί,
που πάντα στέκονταν εκεί
κοιτάζοντας μ’ επιμονή.

Κι ο άνεμος εφύσηξε σαν
έπαιρνε μαζί, την παιδική
ψυχή.

Μονάχα εκεί, μέσα στου δάσους
τη σιωπή, μια παιδική φωνή πικρή,
για πάντα ψιθυρίζει
μες του άτυχου τ’ αυτί:
«-Ο χρόνος σου να μη χαθεί…»

Νικόλας Γκόγκος_MCMXCIII

1993_Kalamaki

Φωτό: Η αφεντιά μου, 15άρης, σχεδόν παιδι· Αύγουστος του 1993·

 

ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΣΑΛΑΤΑ

ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΣΑΛΑΤΑ

-Του Ποπάϋ [1]

[Για να σας πεταχτούν τα μάτια όξω, όσο δεν πάει]

Τελεόραση, κανάλι mcm, δεκαετία του ’90, στα αισθητικά μου γούστα κολλάν εφαρμοστό, κι ας μην υπήρξα ποτέ ποδηλάτης. Εμμονές, βίτσια, Μεντιτερράνεαν σερβίτσια κ.λπ. Κι αυτές οι πράσινες νεγρούλες, τελικώς σπάνε τζάμια, τζαμλίκια και καρδιές, οι σαπιο-τομάτες, οι ξέκωλες καραπουτάνες. Έτσι φίλε, γυμνίστριες και λιαστές γυρνάνε. Κι εγυμνώθησαν και ξεβρακώθησαν κι ως άλλες κουκαράτσες τα κακάρωσαν, οι καύλες… Τι να κάνεις… Ας λιάσωμε τις σουφρωμένες μας τομάτες, τις χλωρίδες, τις πανίδες, τις αρχίδες, και μην πω και ποιές άλλες απίδες. Διότι είναι γνωστό από τα Ρωμαϊκά και ρωμαλέα τσιμπούσια, ότι η αχλάδα δεν έπεται, προηγείται. Κι η ουρά βεβαίως χρησιμοποιείται, δια την γαργάλησιν του λάρυγγος και του επικείμενου ξεράσματος.

Κι ολίγος καπνός λαμιώτικος δια το εφέ έπειτα, δε μας χαλνά, να μας μπουκώσει τα πλεμόνια και να κάμνει την καπνόσφαιρα καραρωμανδική και παρακμιακή, κι ίσως –γουάη νότ;- ακόμη και μεσοπολεμική. Άλλωστε ο πόλεμος ποτέ δεν ετελείωσε. Αυταπάτες και ρετρό γάτες. Χιπστερίες π.Χ. (πρό Xιπστερισμού, ή και Xιτλερισμού). Ζήτω τα κρόσσια στα φωτιστικά βάθους… Φωτιστικά δίχως τα κρόσσια να τα χέσω. ΚΙΡΙΚΙΚΙ!!! Το δίχως άλλο… Άχους-Βάκχους…

Μπούκωσε τα κρόσσια μου όλα φιληνάδα, φιλήδονα μπούκωστα, είμ’ υβριδικό όν, διαθέτω δέρμα κατεστραμμένο από τις καταχρήσεις, olive skin. Κροκοδειλίσιο. Και νιαουρίζω. Και κλαυθμυρίζω. Για το ξεκάρφωμα. -Γαταλιγάτωρ.

Γεμάτος κρόσσια. Ξεφτιλισμένος λέτσος, ρακένδυτος. Ένας Ποπάϋ δίχως πίπα. Ούτε πάπια. Ούτε παπαγάλο. Χρήζω πτηνού. Κι ουχί φθηνού. Δεν το πουλάει το τομάρι του έτσι ο Ποπάϋ. Ούτε ο Σιλβέστρο, ούτε ο Τουήτη. (τουητάρισέ το, αν δε με πιστέβγεις).

-Ά – πα – πά! Αυτά για κάποιους φαινοτύπους που μας το παίζουν κι ανθρωπολάγνοι… Κι ανθρωπολόγοι. Και πολυλόγοι. Και παπαρολόγοι. Και καραμελωτοί πιπιλίζωντες πουτσολόγοι. Και προσλαμβάνουν εγκιβωτισμένα ανθρωπάρια σε κακοπληρωμένες μπίζνες. Και δεν ξέρουν καν που πάν τα τέσσερα, όντες δίποδοι όνοι. Και γκαρίζουν κιόλας. Γκάρ Γκάρ Γκάρ!

-Πα να φάω σκόρδα και κρεμμύδια να ξεχαστώ. Να κλάσσω από απόλαυση και να ρευτώ. Κοιτάζοντας τη θάλαττα, έχοντας τα κάνει στη ζωή μου, ολωσδιόλου σαλάτα, μα κι ανάλατα (έχω υπέρταση).

Έχοντας ρίξει Άγκυρα, όντας Ναυτάκι και καταπίνοντας Σπανάκι. (Είς Σπανός, Ισπανός… κ.λπ.)

-Μμμμ… Σουπιές με Σπανάκι, η επερχόμενη γαστριμαργική όρεξη. Και Pastis. Κι ουζάκι. Και Pernod. Κι Αniseco, και Xtabentún και Arak. Και Yeni Rakı και Sambuka. Κι ένα παπαράκι. Κι άντε μετά να με πείσεις ότι δεν έγινες σκέτη τσιμπούκα.

Εις πανικόν ετράπηκεν. Τον ονομάσαμε Πάνκο. Κανονικά, με παπά, κολυμβήθρα και τα λοιπά ρεβίθια… Βεβαίως ήτο δαιμονισμένος. Αν είχαμε μυαλό θα τον είχαμε πετάξει στα ρείθρα. Κόστισε κάτι παραπάνω αλλά δε γαμιέται… Καλλίτερα να ’χαμε βρει εξορκιστή. Αλλά πού να ξεύραμε τότενες… Είχε τσοντάρει κι ο πάπαρδος κάτι σε σατέν ζαρτιέρες, που πολύ τις ζαχάρωνε. Κουφέτο σου λέει μετά. Χρυσωμένο τρόπον τινά, και παρόλη τη βυζαντινή παράδοση, ήτανε πάνκ και εκείνος… Φόραγε κάτι φανταστικά μπαρντά πασουμάκια –με το μπαρδό αλλά- «μπαρντά» τα έλεγε – Μπορντώ ήτο ο χρωματισμός των. Κι ήσαν και χρυσοποίκιλτα, με κάτι σταυρούς επάνω στο κουντεπχιέ και τέτοια και τα τοιάφτια, κι όλα τα καλιμάφια. Εντός εκτός & επί τ’ αφτιά. Το μυστήριον εξετελέσθη εις παρδαλίαν. Χύμα εις στο Κύμα. Έμαθα ότι μια τσούχτρα τον εμαστίγωσε στα χείλη, λίγο προτού αρχίσει ο Ησαΐας· μα και τα φωτορυθμικά… Έβαλε και βυζιά απ’ ότι μου ‘πανε, σε πλαστικό χειρούργο στο Νιού Γιόρκι, αργότερα ο Παπάκιας. Ονομαζότανε Πάτερ Ηλίας.

Αφού τσέπωσε την αμοιβή της γαμοβάφτισης, νομίζω τώρα διακοπάρει Βραζιλία. Ή πήγε κάπου στην Ασία; Τέσπα, ετούτα πλέον ανήκουνε εις την επιστήμην και τον ορθολογισμό, διόλου στη μεταφυσική ή τη θρησκεία. (τα βυζιά δεν ήταν ασφαλώς, φυσικά. Ίσως να υπήρξαν πρωτίστως, αλλά σίγουρα όχι μετά -οπότε απέκτησε και μεταφυσικά βυζιά). Χρειαζόμαστε περισσότερους Βυζαντινολόγους στη μεσογειακή σαλάτα. Να σταυροκοπηθούν δια το κρίμα της 4ης σταυροφορίας, και πίσω από πυκνοπλεγμένες σίτες καθολικών εξομολογητηρίων, να τραβήξουν μια μαλακία στην υγειά μας. Στην Υγεία των Ελλήνων, απανταχού. Όσο κι αν κάτι τις παρόμοιο ακούγεται εθνικόφρον, ή χού.

Έπειτα θα φάμε μελιτζανοσαλάτα Αγιορείτικη. Με πίττα. Με τους βολβούς του Ποπάϋ μέσα, μπλούμ, στην τσίτα. Γουρλωτό γεύμα, τουρλού-τουρλού, γουρλίδικο και μούρλια!

Βεβαίως και νηστεύομεν· τις παραδόσεις τις εθιμοτυπικές τις εθνικές μας, τις τιμούμεν. Κι επιθυμούμεν: Κουκουναρόσπορους και πευκοβελόνια. Και τζίτζικες να σκάνε, και τζατζίκι και πατάτες τηγαμητές και πσάρι φρέσκο και καυλαμαράκια και καυλοκυθάκια με κουρκούτι και με στραγγιστή γιαούρτη κι όλα τα συμπαρομαρτούντα, και θέα γαλάζια κι εξοχικό και γκόμενα και σκάφος και…

-Κάφρο στο είπανε;

-Τίποτα πλέον δε σου ανήκει.

Από το 1204 μ.Χ. και μετά.

Ελληναρά. Χτίσε κι εσύ ένα μπιντέ σα του Χάκκα, να πλύνεις τον κώλο σου τον χακκαρισμένο και τον χιλιογαμημένο.

Πάμε Παρίσι μετά, να δούμε σύμβολα φαλλικά, τύπου Άηφελ. Αφελώς, ασφαλώς. Τουριστικώς.

 

Υ.γ. επέστρεψα έπειτα πίσω στον

αφαλό μου (και ομιλούσα άπταιστα γαλλικά).

Byzantine leather shoes with gold leaf decoration, 5th-8th c

 

 

 

Νικόλας Γκόγκος, Τριάντα Ιουλίου, Σωτήριον Έτος, Δύο Χιλιάδες Δεκαεφτά, Μετά τον Χριστόν μου Μέσα·

Φωτό: Byzantine leather shoes with gold leaf decoration, 5th-8th century

[1] βάϊ, βάϊ, βάϊ, το παλαμάρι του Ποπάϋ. [λαϊκή ρήση].

Face à La Mer (Κοιτάζοντας τη Θάλασσα)

Les Négresses Vertes: Face à La Mer  

(Κοιτάζοντας τη Θάλασσα)

Στην άμμο, καταπρόσωπα στη θάλασσα,

κείτεται ένα κοιμητήρι·

τα κυπαρίσσια σαν τις λόγχες

διαφυλάσσουν τη σιωπή του.

Στην άμμο είναι κιβούρια από σίδερο

που φυτεμένα, αντικρύζουνε αυτήν.

Φίλε· στη βάρκα μες του χάροντα,

μπήκες να πάς αντίπερα·

μια τσάρκα ας πάμε τώρα

ως το μνημούρι μου,

πάνω στην πέτρα για να δούμε

χαραγμένο τ’ όνομά μου ·

τους πεθαμένους να ευλογήσουμε,

κοιτώντας καταπρόσωπα τη θάλασσα,

και μεθυσμένοι απ’ τη ζωή μέσα στο θάμπος

να χαθούμε.

Στη ζέστη μέσα η σιγαλιά,

έχει το χρόνο σύμμαχο,

μαζί της να λικνίσει,

τόσο τη λόγχη, όσο

και το κυπαρίσσι·

που βάση του είναι οι νεκροί·

κάτω απ’ την άμμο κείτονται

και καταπρόσωπα την θάλασσα κοιτάζουν…

 

Ελληνική Απόδοση & ανάερη ελεύθερη μεταγραφή, Νικόλας Γκόγκος_ MMXVII

cavtat-cemetery-3

Φωτό: Το κοιμητήρι του Catvat στο Dubrovnik της Κροατίας.

Κατακαυλόκαιρο

Κατακαυλόκαιρο

Ο ΗΛΙΟΣ μέσα στο κεφάλι μου.

Ο ΗΛΙΟΣ –το όργιο– ΗΛΙΟΣ.

Κουνάει τα πλοκάμια του μες τα μυαλά μου.

Ο ΗΛΙΟΣ μέσα στο κεφάλι μου,

καθώς τσουλάω σύγκορμος σε μι’ άσφαλτο ασφαλείας.

Ο ΗΛΙΟΣ

-το όργιο– ΗΛΙΟΣ.

Κρεμάει τα πλοκάμια του επάνω στα μαλλιά μου.

Είν’ εγκεφαλικό τρυκ; Είν’ διανοητικό τριπ;

Ο ΗΛΙΟΣ –το όργιο- ΗΛΙΟΣ.

Μέσα στο κεφάλι μου.

Το καλοκαίρι μαστιγώνει τους δούλους του.

Νικόλας Γκόγκος_MCMXCVII

sun-new