Μια Αλληγορία

                                          

Μια Αλληγορία    

Υπό του W. Q. JUDGE [1]

 

 

ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΙΝΟΝΤΑΣ μέσα στον κήπο της καρδιάς του, ο μαθητής συνάντησε ξαφνικά τον Δάσκαλό του και χάρηκε πολύ, γιατί μόλις είχε ολοκληρώσει ένα θέλημα στην υπηρεσία Του, κι αδημονούσε να το αποθέσει μπρος στα πόδια του Μέντορά του.

«Βλέπεις Δάσκαλε», είπε, «η αποστολή μου εξετελέσθη: όρισέ μου τώρα κάποιαν άλλη διδαχή ν’ ακολουθήσω».

Τότε ο Δάσκαλος τον κοίταξε θλιμμένα αλλά με τρυφερότητα, όπως θα έκανε μ’ ένα παιδί που δεν μπορεί να καταλάβει.

«Υπάρχουν ήδη πολλές πνευματικές συλλήψεις για την Αλήθεια, τις οποίες θα πρέπει να διδαχθείς», του απάντησε.

Ο μαθητής ένοιωσε αμηχανία.

«Μα δεν οφείλουμε να διακηρύσσουμε την Αλήθεια από τις στέγες των ίδιων μας των σπιτιών, μέχρις ότου αυτή να ακουστεί σ’ όλο τον κόσμο;» ρώτησε.

«Κι έπειτα;—»

«Τότε σίγουρα όλος ο κόσμος θα την αποδεχτεί».

«Όχι», απάντησε ο Δάσκαλος, «η Αλήθεια δεν ανήκει στο νου, αλλά στην καρδιά. Για δες!»

Ο μαθητής κοίταξε, κι είδε την Αλήθεια, σαν ένα Πάλλευκο Φως που πλημμύριζε ολόκληρη τη γη· όμως διόλου δεν έφτανε μέχρι την πράσινη κι ολοζώντανη βλάστηση, που είχε απόλυτη ανάγκη τις ακτίνες του φωτός της, κι ετούτο, επειδή πυκνά στρώματα νεφελών παρεμβάλλονταν.

«Τα σύννεφα είναι η ανθρώπινη διάνοια», είπε ο Δάσκαλος. «Για δες ξανά». Ξανακοιτάζοντας ο μαθητής, παρατήρησε εδώ και εκεί ανάμεσα στα νέφη, λεπτές ρωγμές, απ’ τις οποίες  το Φως αγωνιζόταν να εισχωρήσει με τις τσακισμένες, αδύναμες ακτίνες του.

Κάθε ρωγμή προερχόταν από έναν μικρό στρόβιλο δονήσεων, και κοιτάζοντας κάτω, μέσα από τις χαραμάδες, ο μαθητής αντιλήφθηκε, ότι κάθε στρόβιλος, εκπορευόταν από την ανθρώπινη καρδιά.

«Μόνο συμπληρώνοντας και διευρύνοντας τις ρωγμές, θα φτάσει κάποτε το Φως στη γη», είπε ο Δάσκαλος. «Είναι προτιμότερο, λοιπόν, να ρίξεις κι άλλο Φως στα σύννεφα, ή να θεσπίσεις έναν στρόβιλο σθένους της καρδιάς; Το τελευταίο οφείλεις να το επιτύχεις απαρατήρητος κι αφανής, ακόμη και δίχως αναγνώριση της αξίας σου. Το πρώτο θα σου χάριζε επαίνους και θα κέντριζε το ενδιαφέρον των συνανθρώπων σου. Αλλά και τα δυο χρειάζονται: Και τα δυο συντελούν στην εργασία Μας˙ όμως —οι ρωγμές είναι τόσο λίγες! Είσαι αρκετά θαρραλέος ώστε ν’ απαρνηθείς τους επαίνους και να κάνεις τον εαυτό σου καρδιακό κέντρο μιας αγνής, ανώνυμης δύναμης;»

Ο μαθητής αναστέναξε, γιατί αυτή, ήτανε μια οδυνηρή ερώτηση.

 

Απόδοση Νικόλας Γκόγκος, Ιούλης MMXVIII.

 

[1] Ο William Quan Judge (1851 –1896), Ιρλανδό-αμερικανός μυστικιστής, εσωτεριστής και αποκρυφιστής, υπήρξε μαζί με την Helena Petrovna Blavatsky και τον Henry Steel Olcott, ένας από τους συνιδρυτές της πρώιμης Θεοσοφικής Εταιρίας.

 

 

flat,1000x1000,075,fΦωτό: All seeing eye crying watery tears, by Katja Gerasimova.

 

 

Advertisements

ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΣΑΛΑΤΑ

ΜΕΣΟΓΕΙΑΚΗ ΣΑΛΑΤΑ

-Του Ποπάϋ [1]

[Για να σας πεταχτούν τα μάτια όξω, όσο δεν πάει]

Τελεόραση, κανάλι mcm, δεκαετία του ’90, στα αισθητικά μου γούστα κολλάν εφαρμοστό, κι ας μην υπήρξα ποτέ ποδηλάτης. Εμμονές, βίτσια, Μεντιτερράνεαν σερβίτσια κ.λπ. Κι αυτές οι πράσινες νεγρούλες, τελικώς σπάνε τζάμια, τζαμλίκια και καρδιές, οι σαπιο-τομάτες, οι ξέκωλες καραπουτάνες. Έτσι φίλε, γυμνίστριες και λιαστές γυρνάνε. Κι εγυμνώθησαν και ξεβρακώθησαν κι ως άλλες κουκαράτσες τα κακάρωσαν, οι καύλες… Τι να κάνεις… Ας λιάσωμε τις σουφρωμένες μας τομάτες, τις χλωρίδες, τις πανίδες, τις αρχίδες, και μην πω και ποιές άλλες απίδες. Διότι είναι γνωστό από τα Ρωμαϊκά και ρωμαλέα τσιμπούσια, ότι η αχλάδα δεν έπεται, προηγείται. Κι η ουρά βεβαίως χρησιμοποιείται, δια την γαργάλησιν του λάρυγγος και του επικείμενου ξεράσματος.

Κι ολίγος καπνός λαμιώτικος δια το εφέ έπειτα, δε μας χαλνά, να μας μπουκώσει τα πλεμόνια και να κάμνει την καπνόσφαιρα καραρωμανδική και παρακμιακή, κι ίσως –γουάη νότ;- ακόμη και μεσοπολεμική. Άλλωστε ο πόλεμος ποτέ δεν ετελείωσε. Αυταπάτες και ρετρό γάτες. Χιπστερίες π.Χ. (πρό Xιπστερισμού, ή και Xιτλερισμού). Ζήτω τα κρόσσια στα φωτιστικά βάθους… Φωτιστικά δίχως τα κρόσσια να τα χέσω. ΚΙΡΙΚΙΚΙ!!! Το δίχως άλλο… Άχους-Βάκχους…

Μπούκωσε τα κρόσσια μου όλα φιληνάδα, φιλήδονα μπούκωστα, είμ’ υβριδικό όν, διαθέτω δέρμα κατεστραμμένο από τις καταχρήσεις, olive skin. Κροκοδειλίσιο. Και νιαουρίζω. Και κλαυθμυρίζω. Για το ξεκάρφωμα. -Γαταλιγάτωρ.

Γεμάτος κρόσσια. Ξεφτιλισμένος λέτσος, ρακένδυτος. Ένας Ποπάϋ δίχως πίπα. Ούτε πάπια. Ούτε παπαγάλο. Χρήζω πτηνού. Κι ουχί φθηνού. Δεν το πουλάει το τομάρι του έτσι ο Ποπάϋ. Ούτε ο Σιλβέστρο, ούτε ο Τουήτη. (τουητάρισέ το, αν δε με πιστέβγεις).

-Ά – πα – πά! Αυτά για κάποιους φαινοτύπους που μας το παίζουν κι ανθρωπολάγνοι… Κι ανθρωπολόγοι. Και πολυλόγοι. Και παπαρολόγοι. Και καραμελωτοί πιπιλίζωντες πουτσολόγοι. Και προσλαμβάνουν εγκιβωτισμένα ανθρωπάρια σε κακοπληρωμένες μπίζνες. Και δεν ξέρουν καν που πάν τα τέσσερα, όντες δίποδοι όνοι. Και γκαρίζουν κιόλας. Γκάρ Γκάρ Γκάρ!

-Πα να φάω σκόρδα και κρεμμύδια να ξεχαστώ. Να κλάσσω από απόλαυση και να ρευτώ. Κοιτάζοντας τη θάλαττα, έχοντας τα κάνει στη ζωή μου, ολωσδιόλου σαλάτα, μα κι ανάλατα (έχω υπέρταση).

Έχοντας ρίξει Άγκυρα, όντας Ναυτάκι και καταπίνοντας Σπανάκι. (Είς Σπανός, Ισπανός… κ.λπ.)

-Μμμμ… Σουπιές με Σπανάκι, η επερχόμενη γαστριμαργική όρεξη. Και Pastis. Κι ουζάκι. Και Pernod. Κι Αniseco, και Xtabentún και Arak. Και Yeni Rakı και Sambuka. Κι ένα παπαράκι. Κι άντε μετά να με πείσεις ότι δεν έγινες σκέτη τσιμπούκα.

Εις πανικόν ετράπηκεν. Τον ονομάσαμε Πάνκο. Κανονικά, με παπά, κολυμβήθρα και τα λοιπά ρεβίθια… Βεβαίως ήτο δαιμονισμένος. Αν είχαμε μυαλό θα τον είχαμε πετάξει στα ρείθρα. Κόστισε κάτι παραπάνω αλλά δε γαμιέται… Καλλίτερα να ’χαμε βρει εξορκιστή. Αλλά πού να ξεύραμε τότενες… Είχε τσοντάρει κι ο πάπαρδος κάτι σε σατέν ζαρτιέρες, που πολύ τις ζαχάρωνε. Κουφέτο σου λέει μετά. Χρυσωμένο τρόπον τινά, και παρόλη τη βυζαντινή παράδοση, ήτανε πάνκ και εκείνος… Φόραγε κάτι φανταστικά μπαρντά πασουμάκια –με το μπαρδό αλλά- «μπαρντά» τα έλεγε – Μπορντώ ήτο ο χρωματισμός των. Κι ήσαν και χρυσοποίκιλτα, με κάτι σταυρούς επάνω στο κουντεπχιέ και τέτοια και τα τοιάφτια, κι όλα τα καλιμάφια. Εντός εκτός & επί τ’ αφτιά. Το μυστήριον εξετελέσθη εις παρδαλίαν. Χύμα εις στο Κύμα. Έμαθα ότι μια τσούχτρα τον εμαστίγωσε στα χείλη, λίγο προτού αρχίσει ο Ησαΐας· μα και τα φωτορυθμικά… Έβαλε και βυζιά απ’ ότι μου ‘πανε, σε πλαστικό χειρούργο στο Νιού Γιόρκι, αργότερα ο Παπάκιας. Ονομαζότανε Πάτερ Ηλίας.

Αφού τσέπωσε την αμοιβή της γαμοβάφτισης, νομίζω τώρα διακοπάρει Βραζιλία. Ή πήγε κάπου στην Ασία; Τέσπα, ετούτα πλέον ανήκουνε εις την επιστήμην και τον ορθολογισμό, διόλου στη μεταφυσική ή τη θρησκεία. (τα βυζιά δεν ήταν ασφαλώς, φυσικά. Ίσως να υπήρξαν πρωτίστως, αλλά σίγουρα όχι μετά -οπότε απέκτησε και μεταφυσικά βυζιά). Χρειαζόμαστε περισσότερους Βυζαντινολόγους στη μεσογειακή σαλάτα. Να σταυροκοπηθούν δια το κρίμα της 4ης σταυροφορίας, και πίσω από πυκνοπλεγμένες σίτες καθολικών εξομολογητηρίων, να τραβήξουν μια μαλακία στην υγειά μας. Στην Υγεία των Ελλήνων, απανταχού. Όσο κι αν κάτι τις παρόμοιο ακούγεται εθνικόφρον, ή χού.

Έπειτα θα φάμε μελιτζανοσαλάτα Αγιορείτικη. Με πίττα. Με τους βολβούς του Ποπάϋ μέσα, μπλούμ, στην τσίτα. Γουρλωτό γεύμα, τουρλού-τουρλού, γουρλίδικο και μούρλια!

Βεβαίως και νηστεύομεν· τις παραδόσεις τις εθιμοτυπικές τις εθνικές μας, τις τιμούμεν. Κι επιθυμούμεν: Κουκουναρόσπορους και πευκοβελόνια. Και τζίτζικες να σκάνε, και τζατζίκι και πατάτες τηγαμητές και πσάρι φρέσκο και καυλαμαράκια και καυλοκυθάκια με κουρκούτι και με στραγγιστή γιαούρτη κι όλα τα συμπαρομαρτούντα, και θέα γαλάζια κι εξοχικό και γκόμενα και σκάφος και…

-Κάφρο στο είπανε;

-Τίποτα πλέον δε σου ανήκει.

Από το 1204 μ.Χ. και μετά.

Ελληναρά. Χτίσε κι εσύ ένα μπιντέ σα του Χάκκα, να πλύνεις τον κώλο σου τον χακκαρισμένο και τον χιλιογαμημένο.

Πάμε Παρίσι μετά, να δούμε σύμβολα φαλλικά, τύπου Άηφελ. Αφελώς, ασφαλώς. Τουριστικώς.

 

Υ.γ. επέστρεψα έπειτα πίσω στον

αφαλό μου (και ομιλούσα άπταιστα γαλλικά).

Byzantine leather shoes with gold leaf decoration, 5th-8th c

 

 

 

Νικόλας Γκόγκος, Τριάντα Ιουλίου, Σωτήριον Έτος, Δύο Χιλιάδες Δεκαεφτά, Μετά τον Χριστόν μου Μέσα·

Φωτό: Byzantine leather shoes with gold leaf decoration, 5th-8th century

[1] βάϊ, βάϊ, βάϊ, το παλαμάρι του Ποπάϋ. [λαϊκή ρήση].

Το όνειρο…

Το όνειρο…

Ξεκινήσαμε οι δυο μας ένα παράξενο οδοιπορικό, και μετά από διάφορες περιπέτειες φθάσαμε τελικά σε έναν μυστηριώδη τόπο, όπου κατοικούσε μια φυλή αόρατων ανθρώπων.

Στην πραγματικότητα έμοιαζαν με ομιλούντα κοστουμάκια, μπαστουνάκια, φουστανάκια και καπελάκια της Belle Époque, φαινομενικά κενά περιεχομένου, αλλά εκφραστικότατα στις κινήσεις και το σούσουρο που προξενούσαν καθώς κινούνταν μέσα στο χώρο.

Τους ρωτήσαμε πραγματικά απορώντας, γιατί τάχα μεριμνούσαν για μια τόσο εξεζητημένη και ντεμοντέ εμφάνιση, όταν μάλιστα εδώ που τα λέμε, ήσαν όλοι τους ολωσδιόλου αόρατοι!

«-ΣΩΣΤΑ!» μας απάντησαν ομόφωνα, με κεφαλαία γράμματα, κι αυτή η χορωδιακή απάντηση προξένησε μια κάποια ανατριχίλα στη ραχοκοκαλιά μας. Συνέχισαν, ακάθεκτοι, ομοθυμαδόν:

«-Λαμβάνοντας υπόψη ότι στα μέρη μας έχουμε 12 μήνες το χρόνο καλοκαιρία, και δη καύσωνα, θα μπορούσαμε πράγματι να κυκλοφορούμε εντελώς τσίτσιδοι. Μολαταύτα, η περιπλοκή στην ενδυμασία, είναι το μόνο που μας έχει απομείνει προκειμένου να εκφράσουμε ένα μίνιμουμ προσωπικό στυλ που να γίνεται αντιληπτό μεταξύ μας».

Μείναμε εμβρόντητοι, αλλά ήταν παραπάνω από σαφές, ότι είχανε δίκιο.

Νικόλας Γκόγκος_MMXVII

fdr

Φωτό: Ντοκουμέντο της Μ.Ν.Ε.Μ.