David Lynch: Παράξενη και Αντιπαραγωγική Σκέψη

David Lynch: Παράξενη και Αντιπαραγωγική Σκέψη

   Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους προαναφερθέντες διαλόγους, ανακαλύπτουμε τις δυνατότητες μιας στροφής προς την προοδευτική συμπεριφορά και την απόλυτη συνειδητοποίηση του στόχου της εξέλιξης, η οποία μας χορηγεί τα οφέλη της επιπλέον επίγνωσης, με μιαν απεριόριστη δέσμευση ευτυχίας, επίσης γνωστής ως ευδαιμονίας, που δεν είναι παρά ένα αποτέλεσμα των νόμων που διέπουν τη φυσική συμπεριφορά, καθώς αυτή συγχωνεύεται με τα υψηλότερα επίπεδα του πνεύματος, κι έτσι συνεκδηλώνει το μαγικό και μυστικιστικό επίπεδο της συμπαντικής συνειδητότητας, γινόμενη ένα με τη λαχτάρα για πλήρη παράδοση στον υψηλότερο εαυτό, ο οποίος ενδεχομένως αναμένει όλους αυτούς τους αιώνες του χρονικού διαστήματος και μάλιστα ορισμένες φορές βυθίζεται σε μια κατάσταση ημινάρκωσης ή απώλειας των αισθήσεων, συνορεύοντας έτσι με την πλήρη απουσία της σκέψεως. Συγκεκριμένα, οι τομείς που αφορούν το νέο φουτουριστικό μοντέλο σκέψης, έχουν να κάνουν με κάποιες αφηρημένες, ορισμένως απόκρυφες, συναισθηματικές τάσεις, οι οποίες θα οδηγούσαν κάποιον να πιστέψει, ότι οι συνέπειες της αλληλεπίδρασης μεταξύ των θετικών και αρνητικών δυνάμεων, παράγουν ένα ζωτικό σύνδεσμο μεταξύ των υποσυνείδητων και υπερσυνειδητών νόων, η οποίοι, ως εκ τούτου, μπορούν να λογαριαστούν ως πραγματικές δομές, με δύο ξεχωριστές και σαφώς διαφορετικές ποιότητες. Όπως είδαμε, όταν μία ή περισσότερες από τις έντονες αισθητηριακές ενέργειες, σχετίζονται με τα υψηλότερα επίπεδα των αντιληπτών φαινομένων, οι νέες αυτές μορφές, επενεργούν τότε άμεσα επάνω στους δύο νόες που συζητήθηκαν προηγουμένως, ενώ ολοκαίνουργιοι συσχετισμοί υποχωρούν μπροστά στα απορρέοντα προβλήματα που ξεδιαλύνουν τις νέες εντάσεις των συναισθηματικών και σωματικών προσόντων που βλέπουμε να ανακύπτουν στους εκπαιδευτικούς οργανισμούς και στις επιχειρήσεις σε όλη την επικράτεια, αλλά και στις πόλεις όπου φυσικά προστίθενται οι επιπλοκές της πολυσυζητημένης άποψης, ότι δεν μπορεί δηλαδή κανείς να ανεχθεί την ύπαρξη δύο ή περισσοτέρων εντόνως αντιθέτων ιδεών κατά την ίδια χρονική στιγμή. Άλλοι βεβαίως, ενδέχεται να θεωρήσουν ευκολότερο να δηλώσουν πως «ωστόσο», η ίδια η σκέψη είναι εκείνη η οποία ταλαιπωρεί πολλούς από εμάς εδώ, οι οποίοι για τόσον καιρό επιρρίπταμε το φώς επάνω στις λέξεις που μας προσέφεραν κάποιο νόημα αναφορικά με το ποσοστό της προσπάθειας που απαιτείται για την ανάφλεξη μιας συγκεκριμένης διαδικασίας, που οδηγεί αναπόφευκτα στην επίγνωση της εκεχειρίας, η οποία ευρίσκεται πίσω από την εναλλασσόμενη ουσία,  και η οποία είναι ατελείωτη, δίχως πραγματικά να αρχίζει, ενώ σε αυτές τις φράσεις φυσικά, συναντούμε και το κλειδί για το ξεκίνημα ενός μεγάλου ταξιδιού προς την κατανόηση, η οποία όπως καλά γνωρίζουμε, αποτελεί κάτι για το οποίο κάθε ανθρώπινο πλάσμα κραυγάζει, ενώ σφαλίζει με τις παλάμες του το στόμα. Ορισμένες φορές τα βράδια, μια αίσθηση εκείνου του τύπου, που κατατρύχει τα νεαρά παιδιά στο δάσος, θα έλθει μαζί με έναν σκοτεινό άνεμο, και όλο το φως θα ξεθωριάσει, αφήνοντας μονάχα κάποιον ανεπαίσθητο ήχο να διεισδύσει στους οφθαλμούς, οι οποίοι θα ακολουθήσουν τα σκοτεινά σχήματα, τρέχοντας προς την εύρεση ασφαλών φωλεών, μόλις και μετά βίας απρόσιτων από τα μικρά λευκά δόντια και τα ρύγχη, τα γεμάτα ακαθαρσίες, σκαρφαλώνοντας ψηλά, επάνω στα βουνά που καλύπτονται από δένδρα υψιτενή και πράσινες βελόνες και κόκκινο φλοιό και ρητίνη που διαχέεται στον αέρα, ο οποίος τη στεγνώνει στην επιφάνεια, με αποτέλεσμα να κρουστοποιείται, κάτι που επιτρέπει την προστασία όλου εκείνου που βρίσκεται εντός της κρούστας και που έτσι τώρα θα παραμένει υγρό και θα διατηρήσει την ταυτότητά του, εξακολουθώντας να βρίσκεται σε μια κατάσταση συγγενική με εκείνην της αγνής παρθένας ουσίας, που θα μας θυμίζει το σπιτικό μας, που θα μας θυμίζει το κόκκινο δοχείο με τα κουλουράκια και τα χαμόγελα που χορεύουν γύρω μας τα χρυσά απογεύματα, ενώ η πίπα θα αφήνει μικρές τολύπες καπνού να ξεφεύγουν από το στόμα του πατέρα, με ένα τσεκούρι παραδίπλα για την κοπή της ξυλείας που αναπτύσσεται επάνω στα ψηλά βουνά, προκειμένου να διασφαλίσει το γεγονός ότι οι θεμελιώδεις ιδιότητες που ενυπάρχουν στις λύσεις των σύγχρονων φιλοσοφικών ερωτημάτων είναι ακριβείς· η πρώτη λοιπόν και κύρια εκτίμηση, έγκειται στον τομέα των αφηρημένων εννοιών που σχετίζονται με την απώλεια της φύσης, και μαζί τους η αλληλεπίδραση των πρωτογενών δυνάμεων της ίδιας της ζωής, που έχουν τώρα αποδεδειγμένα και πέραν πάσης αμφιβολίας τη βάση τους στο πεδίο του απόλυτου, στην εν κενώ συνθήκη που μας φέρνει κατά νου ότι υπήρξε μια αντιστροφή κάποιου είδους στην πανάρχαια φράση, «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Όπως έχουμε παρατηρήσει, αυτό το είδος σκέψης που ενυπάρχει από την αρχή των χρόνων, είναι απλά ένα προπέτασμα καπνού, απαραίτητο για τον αποκλεισμό όλων σχεδόν των ερευνών προς την εύρεση της αλήθειας για τους αιώνες που θα ακολουθήσουν, και με αυτό στο μυαλό μας, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η αρχική σκέψη ενός θέματος είναι κρίσιμη για όλα όσα θα επέλθουν, και μπορεί κιόλας να αποτελέσει έναν εξαιρετικό συνεργάτη των σκοτεινών και διαβολικών δυνάμεων, οι οποίες επομένως θα μπορούσαν να μας καταδικάσουν να ζήσουμε για πάντα στο σκοτάδι και τη σύγχυση, αρνούμενοι ακόμα και να αναγνωρίσουμε ότι είχαμε κάποτε υπάρξει, ή πως κάποτε υπήρξε κάποιο πράγμα όπως ένα χαλασμένο δόντι, ή ένας πονόδοντος. Φέρνοντας τη συζήτησή μας στην σφαίρα των πρακτικών συλλογισμών, έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε τις δυνατότητες της στοματικής υγιεινής, καθώς και την αξιοσημείωτη ιδέα ενός κόσμου ελεύθερου από τη φθορά των δοντιών και όλων των άλλων προβλημάτων που σχετίζονται με τα δόντια, την γλώσσα, ή τη στοματική κοιλότητα, η οποία μάλιστα, θα μπορούσε να καταστεί ένα πρωταρχικό κίνητρο για μιαν ορισμένη εξάλειψη των φόβων που σχετίζονται με την οδύνη που συνδέεται με τις οδοντιατρικές εφαρμογές, ακόμα και με την ιδέα ότι η μικροβιακή πλάκα θα μπορούσε να εμφανίζεται στην επιφάνεια των οδόντων, άλλα και με τα αρνητικά συμβάντα που ακολουθούν, όπως οι ειδεχθείς μυρωδιές που εκπέμπονται από το στόμα, καθώς και οι αποχρωματισμοί αλλά και η διάτρηση των πάλαι ποτέ όμορφων νοητικών εικόνων, καθώς και η πιθανότητα καταστροφής των ανθρώπινων σχέσεων, βασιζόμενη στην ιδέα της αρνητικής παραμόρφωσης του στόματος του ιδίου, εφόσον τα δόντια, αν και δεν θεωρούνται αναγκαστικά ως ένας από τους κυριότερους θεμέλιους λίθους της ευτυχίας, μπορούν στην πραγματικότητα να αποτελέσουν μια μικρή πληγή, χαίνουσα και μεταφέρουσα αρνητική ενέργεια, σε έναν άλλοτε ήσυχο και γαλήνιο νου, παραδίνοντας τον εν τέλει, σε παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη.

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Αντιπαραγωγική σκέψη

Αντιπαραγωγική σκέψη

Αντιπαραγωγική σκέψη

Μεταγραφή του «Strange and unproductive thinking»

του David Lynch_Νικόλας Γκόγκος_MMXVII

David-Lynch-for-Cover-260x260

Ο David Lynch είναι Αμερικανός κινηματογραφιστής, τηλεοπτικός σκηνοθέτης, εικαστικός, μουσικός και περιστασιακά ηθοποιός. Γνωστός για τις σουρεαλιστικές του ταινίες, έχει αναπτύξει το δικό του μοναδικό κινηματογραφικό στυλ, το οποίο και έχει χαρακτηριστεί «Λυντσεϊκό», ένα στυλ που διέπεται από την ονειρική εικονοποιία, και την σχολαστική ηχητική σχεδίαση. Τα σουρεαλιστικά, και σε πολλές περιπτώσεις, βίαια, στοιχεία που περιέχονται στα φιλμ του, είναι γνωστό πώς «διασαλεύουν, προσβάλλουν ή καταπλήσσουν» τα ακροατήρια. Ο Lynch είναι πασίγνωστος τόσο για τις ταινίες του, καθώς και για την τηλεοπτική σειρά Twin Peaks. Έχει επίσης μεταβεί στη μουσική παραγωγή, με δύο άλμπουμ, τα «Crazy Clown Time» και «The Big Dream».

Advertisements

Face à La Mer (Κοιτάζοντας τη Θάλασσα)

Les Négresses Vertes: Face à La Mer  

(Κοιτάζοντας τη Θάλασσα)

Στην άμμο, καταπρόσωπα στη θάλασσα,

κείτεται ένα κοιμητήρι·

τα κυπαρίσσια σαν τις λόγχες

διαφυλάσσουν τη σιωπή του.

Στην άμμο είναι κιβούρια από σίδερο

που φυτεμένα, αντικρύζουνε αυτήν.

Φίλε· στη βάρκα μες του χάροντα,

μπήκες να πάς αντίπερα·

μια τσάρκα ας πάμε τώρα

ως το μνημούρι μου,

πάνω στην πέτρα για να δούμε

χαραγμένο τ’ όνομά μου ·

τους πεθαμένους να ευλογήσουμε,

κοιτώντας καταπρόσωπα τη θάλασσα,

και μεθυσμένοι απ’ τη ζωή μέσα στο θάμπος

να χαθούμε.

Στη ζέστη μέσα η σιγαλιά,

έχει το χρόνο σύμμαχο,

μαζί της να λικνίσει,

τόσο τη λόγχη, όσο

και το κυπαρίσσι·

που βάση του είναι οι νεκροί·

κάτω απ’ την άμμο κείτονται

και καταπρόσωπα την θάλασσα κοιτάζουν…

 

Ελληνική Απόδοση & ανάερη ελεύθερη μεταγραφή, Νικόλας Γκόγκος_ MMXVII

cavtat-cemetery-3

Φωτό: Το κοιμητήρι του Catvat στο Dubrovnik της Κροατίας.

Σε Θέλω

Σε Θέλω

Βογγάει ο πεθαμενατζής,

με κράζει ο λατερνατζής,

και ένοχα μου λεν να σε ξεχάσω·

σπασμένα τα καμπαναριά,

εκπνεύσανε όλα τα πνευστά,

με φτύνουνε πικρά, με καταφρόνια…

Μα εγώ,

Σε θέλω

Σε θέλω

Σε θέλω

– Δεν ήρθα εγώ στη Γή για να σε χάσω!

Σαλτάρει ο πολιτευτής,

στα δάκρυα ποτισμένης γής,

που μάνες κλάψαν ενώ μας προσμέναν·

Σωτήρες υπνηλιακοί,

και διάφοροι άλλοι οχληροί,

ζητούν να σου ανοίξω την αγκάλη·

Κι εγώ

Σε θέλω

Σε θέλω

Σε θέλω

-Δεν πρόκειται εγώ να σε ξεχάσω!

Οι γέροι όλοι ψοφήσανε,

κι ούτε καν αγαπήσανε·

μα οι κόρες τους τώρα

με βάζουν κάτω.

Γυρνώ προς τη βασίλισσα,

κοιτώ τη θεραπαίνιδα,

και ξέρει ότι μ’ αρέσει να

κοιτάζω·

δε της διαφεύγει τίποτα,

για ποιά η καρδούλα μου χτυπά

κιόλας  γνωρίζει·

Σε θέλω

Σε θέλω

Σε θέλω

-Παιδί μου θέλω εγώ να σ’ αγκαλιάσω!

Τώρα ήρθε τ’ αγοράκι σου,

παρά τα τσαλιμάκια του,

του βούτηξα -ο αισχρός- το φλάουτό του·

Αυτό επειδή ψευδότανε·

και όλο σου ριχνότανε,

κι ήταν και τυχερούλης ο μπαγάσας.

Μα εγώ

Σε θέλω

Σε θέλω

Σε θέλω

Δεν ήρθα εγώ στη Γή για να σε χάσω!

 

Νικόλας Γκόγκος 21 Μαρτίου 2017, Παγκόσμια ημέρα της Ποίησης·

μεταγραφή του “I Want you” του Bob Dylan,  Blonde on Blonde, 1966.

screen-shot-2014-11-06-at-4-00-22-pm

O Bob δε χρειάζεται συστάσεις… Μέχρι και Νόμπελ πήρε ο άνθρωπας.

Το Τέλος

Το τέλος

Ήρθε το τέλος όμορφη φίλη. Είναι το τέλος μόνη μου φίλη. Κάθε ανταπόκρισης σ’ αγάπη. Το τέλος. Κάθε αξίας
ορθής. Το τέλος. Καμία έκπληξη ούτε ασφάλεια. Το τέλος. Δεν θα κοιτάξω μες τα μάτια σου ξανά.
Μπορείς να δεις πως θα ’μαστε απέλπιδες σε ανάγκη,
για κάποια χείρα βοηθείας ενός ξένου,
σε μιάν απελπισμένη γη.
Ελεύθεροι και ανοριακοί. Χαμένοι στης οδύνης – ερημία Ρωμαϊκή,
θε ν’ αγκαλιάσουμε τον πόνο.
Κι όλα τα παλληκάρια είναι παράλογα κι όλες οι κοπελιές, το ίδιο.
-Ζώντας μονάχα για μια θερινή βροχή.
Ναι, υπάρχει κίνδυνος στην κόψη αυτής της πόλης.
Καβάλα τη βασιλική άβενιου μωρό μου,
παράξενες σκηνές μες τα χρυσορυχεία…
Καβάλα τη λεωφόρο δυτικά μωρό μου. Καβάλα το φίδι.
Καβάλα το φίδι ως την πανάρχαια τούτη λίμνη.
Μωρό μου, το φίδι αυτό είναι επτά μίλια μακρύ.
Καβάλα τον φίδη. Ξέρεις είν’ γέρος και το δέρμα του είν’ ψυχρό.
Καλύτερη είν’ η Δύση. Καλύτερη είν’ η Δύση. Φτάσε μονάχα πρώτα εκεί και βρίσκουμε τα ρέστα.
Το μπλε λεωφορείο μας καλεί. Το μπλε λεωφορείο μας καλεί. Οδηγέ, πού μας πάς; Πού μας αδειάζεις;
Γιατί ο φονιάς ξύπνησε λίγο πριν την αυγή. Και φόρεσε τις μπότες του. Κι έκλεψε κάποια μάσκα απ’ την αρχαία γκαλερί. Περπάτησε στο διάδρομο. Και πήγε ως το δωμάτιο. Που ζούσε η αδερφή του. Μετά ξεπλήρωσε μια
επίσκεψη στον μόνο του αδερφό. Και μετά τράβηξε το διάδρομο και ήρθε σε μια πόρτα. Κοίταξ’ έπειτα μέσα.
«Πατέρα;»
«Ναι γιέ μου;»
«Θα πεθάνεις».
«Μητέρα; …Θα σε…»
Έλα μωρό μου και δοκίμασε την τύχη σου με μάς. Έλα μωρό μου και δοκίμασε την τύχη σου με μάς. Συνάντησέ με πίσω απ΄ το μπλε λεωφορείο. Ξέρεις, βραχάκι μπλε κουμπώνοντας, μέσα στο μπλε λεωφορείο. Ώωωου, ναι!
Αυτό είναι το τέλος όμορφη φίλη, μόνη μου φίλη. Το τέλος.
Θα πρέπει να σ’ ελευθερώσει, αν και πονά, μιας και ποτέ δε μ’ ακολούθησες, ποτέ σου…
Το τέλος είν’ του γέλιου, των ψεμάτων των γλυκών, το τέλος των βραδιών που πήγαμε να σκοτωθούμε.
Είναι : Το Τέλος.

Jim Morisson – “The end”_Μεταγραφή, Νικόλας Γκόγκος_MMXVI
Σ.Τ.Μ. Ας εκληφθεί ως παραλλαγή, παραβολής της έξωσης,
των δύο πρωτοπλάστων.

Καθώς Τσουλάει η Αγάπη μου

Καθώς Τσουλάει η Αγάπη μου

Η αγάπη μου σαν παίρνει τον κατήφορο

εσέ για ν’ ανταμώσει,

καθώς τσουλάει η αγάπη μου,

δε θα σε ματαβρεί;

Το στόμα σου ολόγραμμα!

Αραχνοΰφαντα οστά, μικροί

σάμπως τυμπανιστές, είναι τα

δάχτυλά σου.

Γυρνάνε από τον πόλεμο στο σπίτι.

Στη λεωφόρο νόμισα πως είδα αστραπόβροντα,

ο κεραυνός μπουμπούνισε στη στράτα μου αιφνιδίως,

κι όμως μικρή μου λαίλαπα, στ’ αλήθεια ήσουν εσύ!

Η αγάπη μου σαν παίρνει τον κατήφορο

εσέ για ν’ ανταμώσει,

καθώς τσουλάει η αγάπη μου,

δε θα σε ματαβρεί;

Χιονάτο είναι το δέρμα σου

Ήλιος είν΄ ανατέλλων τα μαλλιά σου!

Κι η γλώσσα σου Καλάζνικωφ, είτε άλλο ξένο όπλο…

Σε βλέπω εκεί να στέκεσαι στο δρόμο παρακάτω,

νικήτρια κραδαίνοντας,

της ήττας μου τα λάβαρα προβαίνεις!

Η αγάπη μου σαν παίρνει τον κατήφορο

εσέ για ν’ ανταμώσει,

καθώς τσουλάει η αγάπη μου,

δε θα σε ματαβρεί;

 

 Μεταγραφή του “When my love comes down” των Grinderman_

Νικόλας Γκόγκος, Καλοκαίρι MMXVI

P1100106

(Διότι η ανάβαση στο όρος της Αφροδίτης, διαθέτει και κατήφορο… Αμέ.)

Nick Cave: Do you love me?

Μ’ αγαπάς; (όπως κι εγώ;)

Μεταγραφή στο “Do You Love Me?” του Nick Cave.

Φωτιάς και σύγχυσης μια νύχτα Τήνε βρήκα,

κι άγριες καμπάνες χτύπαγαν, ώ σ’ άγριους ουρανούς!

Κι έκτοτε και στο εξής, πως θα την αγαπούσα,

το γνώριζα θα κράταγε ωσότου να πεθάνω.

Κι από μακριά της έστειλα χίλια φιλιά και δάκρυα,

στη λαίδη μου, των ποικιλόμορφων καημών!

Διακονημένων, δανεισμένων, ή κλεμμένων,

κάποιων για τ’ αύριο μ’ ασφάλεια φυλαγμένων.

Νύχτα στιλπνή, παντοτινή, αργυρών αστέρων˙

καμπάνες ν’ αλαλάζουνε σε χάλκινο ουρανό.

 

Και τώρα, σου μιλάω και τρέμω˙

«αλήθεια, μ’ αγαπάς;» ρωτώ˙

«Με αγαπάς όσο κι εγώ;»

«Σε ερωτώ: – Όπως κι εγώ;»

 

Θείου δώρου σημασία για ξεκαθάρισμα

σ’ αυτήν, εγώ έδωσα κι απέδωσα, κάθε

συμπλήρωμά μου˙

Ώ, ακόμη φάνταζα, αρχαίος, τιποτένιος!

Πώς μέσα της οι δαίμονες μα κι ο Θεός

ήταν βαλμένος;

Κι ευθύς πά’ στο κρεβάτι μου, χίλιες κατάρες πέσαν,

κι έμοιαζε ήλιος κάλπικος να Τήνε στεφανώνει.

Τόσο πολύ θα ’ταν γεμάτη από λάμπος˙

Τρίχες και τρέλα!  Η σκιά της, γρατζουνούσε

κάθε θάμπος.

Και του έρωτά μας οι γραμμές, ήσανε πια

μπλεγμένες,

κινδύνου ήχο ανέλπιδα, τα σήμαντρα σημαίναν˙

 

Και τώρα, σου μιλάω και τρέμω˙

«αλήθεια, μ’ αγαπάς;» ρωτώ˙

«Με αγαπάς όσο κι εγώ;»

«Σε ερωτώ: –  Όπως κι εγώ;»

 

Είχε καρδούλα ολόγιομη αφοσίωση κι αγάπη, μα ένα

μυαλό στυγνό, τυραννικής τρομοκρατίας!

Λοιπόν στο λέω,…  ναι…  αλήθεια…  προσπαθώ…

μονάχα που…  μωρό μου…  σε φοβάμαι…

 

Έλα μονάχη αγάπη μου, σε μένα επιτέλους,

στις λάσπες μέσα κείτομαι, στης Γής το

κατακάθι…

Ά, να που τώρα έρχεται!  Στο διάβα της τον ήλιο, το

κάθε –αλήθεια– βήμα της, Χριστέ μου! Τον μπλοκάρει!

Το αίμα ρέει άφθονο στα δυνατά της πόδια,

ποιος τώρα θεός εμένανε μπορεί να με καλμάρει;

Πετσοκομμένοι φάνταζαν θα  ’λεγες οι ουρανοί,

και χάλκινες καμπάνες ν’ αλαλάζουν δίχως όρια.

 

Και τώρα, σου μιλάω και τρέμω˙

«αλήθεια, μ’ αγαπάς;» ρωτώ˙

«Με αγαπάς; Όσο κι εγώ;»

«Σε ερωτώ: –  Όπως κι εγώ;»

 

Λοιπόν, όλα τα πράγματα οδεύουν προς το τέλος,

ώ, ναι στ’ αλήθεια το ήξερα˙

πρωτού τη βρω πως έμελε,

στο τέλος να τη χάσω.

Κάθε έκανα, ορκίζομαι, προσπάθεια καλοσύνης˙

το λέω, ναι προσπάθησα, διόλου να μη τη βλάψω.

Είχε ασυνάρτητα βραχιόλια στους καρπούς, τους αστραγάλους,

καμπάνες ν’ αλαλάζουνε σε κούφιο ουρανό.

 

Και τώρα, σου μιλάω και τρέμω˙

«αλήθεια, μ’ αγαπάς;» ρωτώ˙

«Με αγαπάς όσο κι εγώ;»

«Σε ερωτώ: – Όπως κι εγώ;»

 Νικόλας Γκόγκος_Φλεβάρης_MMXVI

do-you-love-me

Nick Cave: Babe, You Turn Me On

Nick Cave: Babe, You Turn Me On

(Μωρό, μ’ αναστατώνεις)

Έλα κοντά μου κούκλα μου,
μείνε κοντά μωρό μου,
εσύ είσ’ η μια η μοναδική
αληθινή μου αγάπη.

Η καρακάξα θορυβεί με την ξερή
λαλιά της, και σου ζητά να ενστερνιστείς
την άσκοπη αγριάδα της, τη βάρβαρη φωλιά της.

Τώρα τ’ αηδόνι τραγουδεί
την προίκα σου ανεβάζει•
και το καπάρο ανατιμεί,
σ’ εμένανε σε τάζει.

Στην ώριμη καρδούλα σου
το ’να μου χέρι επάνω,
με τ’ άλλο το χεράκι μου
τον πισινό σου πιάνω…

Όλα σμπαράλια μάτια μου
στραβά αρμενίζουν όλα.
Είν’ η Ιστορία σε επανάληψη,
μωρό μου, με πριζώνεις:

– Λαμπτήρα της πυράκτωσης.
-Aσμα ηλεκτρικό.

Στη φύση τρέχεις τσίτσιδη
σαδίζεις τα πουλάκια,
τις μέλισσες τις ενοχλείς,
σαλτέρνεις σε αβύσσους•

κι έπειτα αποδεικνύεται
στα γόνατα πως μόνο
τα βάθη αυτά σου φτάνουν.

Από δεντρί εγώ σε δεντρί,
αόρατος πηγαίνω,
σκιά σου τώρα έγινα
λάθρο μικρό ελάφι•
για ώρες σε παρατηρώ,
τα λέλουδα βοσκάω

Όλα σμπαράλια μπέμπα μου,
στραβά αρμενίζουν όλα,
και οι αξίες οι ηθικές,
έχουνε πάει βόλτα…

Είν’ η ιστορία σε επανάληψη,
μωρό, με ξεσηκώνεις

Σα μια ιδέα φαεινή,
σα βόμβα ατομική.

Σε παίρνω μες τη σιγαλιά,
στο ξέφωτο του δάσου
κορίτσι νυμφευόμεθα,
κι απλώνεται το χιόνι

Σε βαθυκόκκινο χαλί,
το χώμα γύρω στρώνει.

Όλα σμπαράλια μάτια μου,
δίχως καμιάν αιτία,
είν’ η Ιστορία σε επανάληψη,
μωρό μου με καυλώνεις.

Σα μια ιδέα φαεινή,
σα βόμβα ατομική…

Νικόλας Γκόγκος_Ελεύθερη απόδοση_XVIII_I_MMXV

477px-Castle_Romeo