Leonard Cohen: Το Tραγούδι του Ξένου

Το Tραγούδι του Ξένου.

Αλήθεια ήταν χαρτόμουτρα

οι άντρες που σου ’λάχαν

αν κι όλοι διαβεβαίωναν

πως ’κοψαν το χαρτί,

κάθε φορά που μια φωλιά

τους πρόσφερες εσύ.

κι ειν’ ζόρικο το χέρι να

να τους δίνεις…

Ξέρω τ’ αντράκι αυτό,

σα το άλλο μου μισό.

Δες φτάνει στα ουράνια

για να πα να τσακιστεί.

Για δες πως σκαρφαλώνει

για να πέσει.

Κι όταν μετά απ’ το πάτωμα,

μάζευες τα παλιόχαρτα

που είχαν τον «τρελό» ζωγραφισμένο,

εκεί ήταν που κατάλαβες

πως τίποτα δεν σ’ άφησε˙

δεν σ’ άφησε πολλά,

ούτε ένα γέλιο…

Σαν όλα τα χαρτόμουτρα,

φίνο χαρτί περίμενε˙

πάσο πια δεν θα πήγαινε,

θα ’πιανε την καλή.

Ένας τυχαίος Ιωσήφ

πού γύρευε τη φάτνη.

Κάποιος τυχαίος που έψαχνε

να βρει να ταϊστεί.

Κι όταν αργότερα εσύ

απ’ το παράθυρο σου,

κοιτάς καρτερικά

και τον προσμένεις…

Αυτός θα πει:

«-τον Ανδρισμό

μου χάλασες μωρή

με την αγάπη,

τη στοργή,

με τη φωλιά σου.»

Θα ξετρυπώσει ένα παλιό

του τραίνου δρομολόγιο,

μες από το τριμμένο

πορτοφόλι.

Θα μουρμουρίσει…

«-Στο ’χα πει,

ναι, στο ’χα πει

κορίτσι μου: Εγώ

δεν ήμουνα

παρά ένας ξένος.

Σου το’ χα πει πως

ήμουν ένας ξένος.»

Τώρα άλλος ένας απ’ αυτούς,

που τα όνειρά τους αγνοείς

σε θέλει να εμποδίσεις τα δικά σου.

Ξέρεις το αντράκι το θρασύ,

με το χρυσό το χέρι˙

τα φύλλα τα μοιράζει

μ’ ευκολία…

Μα ειν’ σάπιος απ’ τον ώμο

ως και τα νύχια.

Ναι τώρα σάπισε μέχρι τα νύχια.

Και θέλει ν’ ανταλλάξει λέει

το παίγνιο που σού ’παιξε

με τη δική σου την υπηρεσία…

Και ξέρει μια χαρά να κάνει τράμπες.

Σιχάθηκες το χέρι του,

που πάλι το κατέβασε

σα ν’ άφηνε άλλη μια

παρτίδα πρέφα.

Μιαν ιερή παρτίδα

άφησε πρέφα.

Και κει που παραμίλαγε,

στον ύπνο του, τον πρόσεξες˙

του ξέφευγε καπνός πίσω απ’ τον ώμο…

Φαρδύς δρόμος καπνού πίσω απ’ τον ώμο…

Του λες «-έλα και κάτσε εδώ.»

Κι όμως κοιτάς ξωπίσω σου,

η πόρτα σου ανοιχτή, μπάζει

η φωλιά σου…

Η πόρτα σου ανοιχτή,

μπάζει η φωλιά σου…

Και άνοιξες το μάνταλο

-του δρόμου-

δε φοβήθηκες,

εσύ ήσουνα Γλυκιά μου

ο μόνος Ξένος.

Εσύ ήσουνα αγάπη μου

ο Ξένος.

 «-Λοιπόν ναι, σε περίμενα

και ήμουνα πια σίγουρος˙

 θα σ’ έβλεπα εν μέσω δυο συρμών.

Νομίζω ήρθε η ώρα γι’ άλλο τραίνο…

 Κατάλαβε με, εκλιπαρώ,

ποτέ μου δεν απόχτησα

τον μυστικό κι ωραίο εκείνο χάρτη.

 Το χάρτη που θα έβγαζε

μια μέρα στην καρδιά σου,

μες την καρδιά αυτού εδώ

ίσως και του άλλου…»

Και έτσι όταν σου μιλά,

δεν ξέρεις τι αποζητά

δεν ξέρεις πια καθόλου

τι ζητάει…

Να βγείτε πάλι απόψε

σου ζητάει…

«-Αύριο, αν θες κι εσύ,

στη γέφυρα ας βρεθούμε.

Αυτή που χτίζουν πάνω στο ποτάμι.»

Αφήνει την πλατφόρμα για τ’ αμάξι.

Για έναν ύπνο γρήγορο στ’ αμάξι…

Μόλις ξεφώνισε

άλλο ένα καταφύγιο.

Και φαίνεται για μια στιγμή,

όχι ξένος, μα οικείος πολύ˙

λες: «-Εκεί στη γέφυρα, ή όπου αλλού

γουστάρεις».

Κι όταν μετά απ’ το πάτωμα,

μάζευες τα παλιόχαρτα

που είχαν τον «τρελό» ζωγραφισμένο.

εκεί ήταν που κατάλαβες

πως τίποτα δεν σ’ άφησε

δεν σ’ άφησε πολλά

ούτε ένα γέλιο…

Σαν όλα τα χαρτόμουτρα

φίνο χαρτί περίμενε

πάσο πια δεν θα πήγαινε,

σιγά μην έπαιζε άλλο.

Ένας τυχαίος Ιωσήφ

πού γύρευε τη φάτνη.

Κάποιος τυχαίος που έψαχνε

να βρει να ταϊστεί.

Κι όταν αργότερα εσύ,

απ’ το παράθυρό σου

κοιτάς καρτερικά

και τον προσμένεις,

Αυτός θα πει:

«-τον Ανδρισμό

μου χάλασες μωρή

με την αγάπη,

τη στοργή,

με τη φωλιά σου.»

Θα ξετρυπώσει ένα παλιό,

του τραίνου δρομολόγιο

μες από το τριμμένο

πορτοφόλι.

Θα μουρμουρίσει:

«-Στο ’χα πει,

ναι, στο ’χα πει

κοπέλα μου,

δεν ήμουνα εγώ

παρά ένας ξένος.

Σου το’ χα πει πως                                                                      

ήμουν ένας ξένος.»  

Μεταγραφή του «The Stranger Song»_Νικόλας Γκόγκος_MMX

3A426E5700000578-0-image-m-47_1478912458778                                                                      

Advertisements

Tiger Lillies: Πανηγύρι

Tiger Lillies: Πανηγύρι

Στο πανηγύρι έχασα, μια κι έξω την καρδιά μου·

ο κατηφής ο φασουλής, κάνει ν’ αχνογελάσει.

Πόσο γοργά πετάρισε

η αθωότητά μας·

και τη ζωή πόσο εύκολα

βρομίσαμε μεμιάς˙

Στο πανηγύρι έχασα, μια κι έξω την καρδιά μου,

χαζεύοντας τα παίγνια της δραχμής.

Σ’ εκείνα ήταν άραγε,

που ουρά έστηναν τα πλήθη,

ενώ ο θλιμμένος φασουλής,

τραβιότανε πιο ’κει;

Σήματα νέον, πρόστυχες, πουτάνες κερδισμένες,

πόσο γοργά η αγνότητα, σαρώθηκε κι αυτή.

Στο πανηγύρι έχασα, μια κι έξω την καρδιά μου·

σαν είδα ότι ήταν κάλπικη κι εμπορικώς διαθέσιμη,

καλοσυσκευασμένη: Για να ’ρχονται και πάλι.

Πόσο γοργά κουμπώνουμε τα ολόπικρα μας χάπια˙

στα νέον, πουτάνες και συκιές, πωλούνε –

συγκινήσεις της αράδας.

Τί σβέλτα οι κράχτες του πανηγυριού,

μαθαίνουν το επάγγελμα κι αρπάζουν τον πελάτη˙

ο εύκολος και γρήγορος παράς,

μονάχος στόχος.

Στο πανηγύρι έχασα, μια κι έξω την καρδιά μου·

ο κατηφής ο φασουλής, κάνει ν’ αχνογελάσει.

Πόσο γοργά πετάρισε η αθωότητά μας·

και τη ζωή πόσο εύκολα

βρομίσαμε μεμιάς˙

Μεταγραφή του «Fairground» των Tiger Lillies_Νικόλας Γκόγκος_MMXVII

IMG_4075

Φωτό: Δικό μου σχέδιο [μολύβια, μελάνια και γκουάς σε χασαπόχαρτο]_MMII

 

Τα φιλιά της Κάθυ

Τα φιλιά της Κάθυ

Της Κάθυς τα φιλούθκια,
σορωβολιάζονται απ’ το στόμα της στο πάτωμα·

σκόνη μαζεύουν, μα τα ζμπρώχνει παραχώνοντας,
κάτω απ’ την πόρτα όλα τα φιλιά της.

Της πέφτουν απ’ το σκονισμένο στόμα της,
της κακομοίρας μπρέ της Κάθυς, τα φιλιά της.

Κάθυ! Στείλε μου κι άλλα!
Φιλούθκια, Κάθυ!
Κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα!

Πολλά, πολλά, πολλά, πολλά, πολλά, πολλά!
Πολλάκια Φιλά!

Της Κάθυς τα φιλούθκια,
πως γλιστρούν
από το στόμα της στο πάτωμα·

σκόνη μαζεύουν,
μα εκείνη τα σαρώνει παραχώνοντας,
κάτω απ’ την πόρτα όλα τα βρώμικα φιλιά της.

Μεταγραφή του «Kathy’s Kisses» των Bitrhday Party_Νικόλας Γκόγκος_MMXVII (Για τον Θάνο Κόη)

e507940737c35bd84842d812d1068a9f--lips-painting-painting-prints

David Lynch: Παράξενη και Αντιπαραγωγική Σκέψη

David Lynch: Παράξενη και Αντιπαραγωγική Σκέψη

   Λαμβάνοντας υπόψη όλους τους προαναφερθέντες διαλόγους, ανακαλύπτουμε τις δυνατότητες μιας στροφής προς την προοδευτική συμπεριφορά και την απόλυτη συνειδητοποίηση του στόχου της εξέλιξης, η οποία μας χορηγεί τα οφέλη της επιπλέον επίγνωσης, με μιαν απεριόριστη δέσμευση ευτυχίας, επίσης γνωστής ως ευδαιμονίας, που δεν είναι παρά ένα αποτέλεσμα των νόμων που διέπουν τη φυσική συμπεριφορά, καθώς αυτή συγχωνεύεται με τα υψηλότερα επίπεδα του πνεύματος, κι έτσι συνεκδηλώνει το μαγικό και μυστικιστικό επίπεδο της συμπαντικής συνειδητότητας, γινόμενη ένα με τη λαχτάρα για πλήρη παράδοση στον υψηλότερο εαυτό, ο οποίος ενδεχομένως αναμένει όλους αυτούς τους αιώνες του χρονικού διαστήματος και μάλιστα ορισμένες φορές βυθίζεται σε μια κατάσταση ημινάρκωσης ή απώλειας των αισθήσεων, συνορεύοντας έτσι με την πλήρη απουσία της σκέψεως. Συγκεκριμένα, οι τομείς που αφορούν το νέο φουτουριστικό μοντέλο σκέψης, έχουν να κάνουν με κάποιες αφηρημένες, ορισμένως απόκρυφες, συναισθηματικές τάσεις, οι οποίες θα οδηγούσαν κάποιον να πιστέψει, ότι οι συνέπειες της αλληλεπίδρασης μεταξύ των θετικών και αρνητικών δυνάμεων, παράγουν ένα ζωτικό σύνδεσμο μεταξύ των υποσυνείδητων και υπερσυνειδητών νόων, η οποίοι, ως εκ τούτου, μπορούν να λογαριαστούν ως πραγματικές δομές, με δύο ξεχωριστές και σαφώς διαφορετικές ποιότητες. Όπως είδαμε, όταν μία ή περισσότερες από τις έντονες αισθητηριακές ενέργειες, σχετίζονται με τα υψηλότερα επίπεδα των αντιληπτών φαινομένων, οι νέες αυτές μορφές, επενεργούν τότε άμεσα επάνω στους δύο νόες που συζητήθηκαν προηγουμένως, ενώ ολοκαίνουργιοι συσχετισμοί υποχωρούν μπροστά στα απορρέοντα προβλήματα που ξεδιαλύνουν τις νέες εντάσεις των συναισθηματικών και σωματικών προσόντων που βλέπουμε να ανακύπτουν στους εκπαιδευτικούς οργανισμούς και στις επιχειρήσεις σε όλη την επικράτεια, αλλά και στις πόλεις όπου φυσικά προστίθενται οι επιπλοκές της πολυσυζητημένης άποψης, ότι δεν μπορεί δηλαδή κανείς να ανεχθεί την ύπαρξη δύο ή περισσοτέρων εντόνως αντιθέτων ιδεών κατά την ίδια χρονική στιγμή. Άλλοι βεβαίως, ενδέχεται να θεωρήσουν ευκολότερο να δηλώσουν πως «ωστόσο», η ίδια η σκέψη είναι εκείνη η οποία ταλαιπωρεί πολλούς από εμάς εδώ, οι οποίοι για τόσον καιρό επιρρίπταμε το φώς επάνω στις λέξεις που μας προσέφεραν κάποιο νόημα αναφορικά με το ποσοστό της προσπάθειας που απαιτείται για την ανάφλεξη μιας συγκεκριμένης διαδικασίας, που οδηγεί αναπόφευκτα στην επίγνωση της εκεχειρίας, η οποία ευρίσκεται πίσω από την εναλλασσόμενη ουσία,  και η οποία είναι ατελείωτη, δίχως πραγματικά να αρχίζει, ενώ σε αυτές τις φράσεις φυσικά, συναντούμε και το κλειδί για το ξεκίνημα ενός μεγάλου ταξιδιού προς την κατανόηση, η οποία όπως καλά γνωρίζουμε, αποτελεί κάτι για το οποίο κάθε ανθρώπινο πλάσμα κραυγάζει, ενώ σφαλίζει με τις παλάμες του το στόμα. Ορισμένες φορές τα βράδια, μια αίσθηση εκείνου του τύπου, που κατατρύχει τα νεαρά παιδιά στο δάσος, θα έλθει μαζί με έναν σκοτεινό άνεμο, και όλο το φως θα ξεθωριάσει, αφήνοντας μονάχα κάποιον ανεπαίσθητο ήχο να διεισδύσει στους οφθαλμούς, οι οποίοι θα ακολουθήσουν τα σκοτεινά σχήματα, τρέχοντας προς την εύρεση ασφαλών φωλεών, μόλις και μετά βίας απρόσιτων από τα μικρά λευκά δόντια και τα ρύγχη, τα γεμάτα ακαθαρσίες, σκαρφαλώνοντας ψηλά, επάνω στα βουνά που καλύπτονται από δένδρα υψιτενή και πράσινες βελόνες και κόκκινο φλοιό και ρητίνη που διαχέεται στον αέρα, ο οποίος τη στεγνώνει στην επιφάνεια, με αποτέλεσμα να κρουστοποιείται, κάτι που επιτρέπει την προστασία όλου εκείνου που βρίσκεται εντός της κρούστας και που έτσι τώρα θα παραμένει υγρό και θα διατηρήσει την ταυτότητά του, εξακολουθώντας να βρίσκεται σε μια κατάσταση συγγενική με εκείνην της αγνής παρθένας ουσίας, που θα μας θυμίζει το σπιτικό μας, που θα μας θυμίζει το κόκκινο δοχείο με τα κουλουράκια και τα χαμόγελα που χορεύουν γύρω μας τα χρυσά απογεύματα, ενώ η πίπα θα αφήνει μικρές τολύπες καπνού να ξεφεύγουν από το στόμα του πατέρα, με ένα τσεκούρι παραδίπλα για την κοπή της ξυλείας που αναπτύσσεται επάνω στα ψηλά βουνά, προκειμένου να διασφαλίσει το γεγονός ότι οι θεμελιώδεις ιδιότητες που ενυπάρχουν στις λύσεις των σύγχρονων φιλοσοφικών ερωτημάτων είναι ακριβείς· η πρώτη λοιπόν και κύρια εκτίμηση, έγκειται στον τομέα των αφηρημένων εννοιών που σχετίζονται με την απώλεια της φύσης, και μαζί τους η αλληλεπίδραση των πρωτογενών δυνάμεων της ίδιας της ζωής, που έχουν τώρα αποδεδειγμένα και πέραν πάσης αμφιβολίας τη βάση τους στο πεδίο του απόλυτου, στην εν κενώ συνθήκη που μας φέρνει κατά νου ότι υπήρξε μια αντιστροφή κάποιου είδους στην πανάρχαια φράση, «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Όπως έχουμε παρατηρήσει, αυτό το είδος σκέψης που ενυπάρχει από την αρχή των χρόνων, είναι απλά ένα προπέτασμα καπνού, απαραίτητο για τον αποκλεισμό όλων σχεδόν των ερευνών προς την εύρεση της αλήθειας για τους αιώνες που θα ακολουθήσουν, και με αυτό στο μυαλό μας, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι η αρχική σκέψη ενός θέματος είναι κρίσιμη για όλα όσα θα επέλθουν, και μπορεί κιόλας να αποτελέσει έναν εξαιρετικό συνεργάτη των σκοτεινών και διαβολικών δυνάμεων, οι οποίες επομένως θα μπορούσαν να μας καταδικάσουν να ζήσουμε για πάντα στο σκοτάδι και τη σύγχυση, αρνούμενοι ακόμα και να αναγνωρίσουμε ότι είχαμε κάποτε υπάρξει, ή πως κάποτε υπήρξε κάποιο πράγμα όπως ένα χαλασμένο δόντι, ή ένας πονόδοντος. Φέρνοντας τη συζήτησή μας στην σφαίρα των πρακτικών συλλογισμών, έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε τις δυνατότητες της στοματικής υγιεινής, καθώς και την αξιοσημείωτη ιδέα ενός κόσμου ελεύθερου από τη φθορά των δοντιών και όλων των άλλων προβλημάτων που σχετίζονται με τα δόντια, την γλώσσα, ή τη στοματική κοιλότητα, η οποία μάλιστα, θα μπορούσε να καταστεί ένα πρωταρχικό κίνητρο για μιαν ορισμένη εξάλειψη των φόβων που σχετίζονται με την οδύνη που συνδέεται με τις οδοντιατρικές εφαρμογές, ακόμα και με την ιδέα ότι η μικροβιακή πλάκα θα μπορούσε να εμφανίζεται στην επιφάνεια των οδόντων, άλλα και με τα αρνητικά συμβάντα που ακολουθούν, όπως οι ειδεχθείς μυρωδιές που εκπέμπονται από το στόμα, καθώς και οι αποχρωματισμοί αλλά και η διάτρηση των πάλαι ποτέ όμορφων νοητικών εικόνων, καθώς και η πιθανότητα καταστροφής των ανθρώπινων σχέσεων, βασιζόμενη στην ιδέα της αρνητικής παραμόρφωσης του στόματος του ιδίου, εφόσον τα δόντια, αν και δεν θεωρούνται αναγκαστικά ως ένας από τους κυριότερους θεμέλιους λίθους της ευτυχίας, μπορούν στην πραγματικότητα να αποτελέσουν μια μικρή πληγή, χαίνουσα και μεταφέρουσα αρνητική ενέργεια, σε έναν άλλοτε ήσυχο και γαλήνιο νου, παραδίνοντας τον εν τέλει, σε παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη.

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Παράξενη και αντιπαραγωγική σκέψη

Αντιπαραγωγική σκέψη

Αντιπαραγωγική σκέψη

Αντιπαραγωγική σκέψη

Μεταγραφή του «Strange and unproductive thinking»

του David Lynch_Νικόλας Γκόγκος_MMXVII

David-Lynch-for-Cover-260x260

Ο David Lynch είναι Αμερικανός κινηματογραφιστής, τηλεοπτικός σκηνοθέτης, εικαστικός, μουσικός και περιστασιακά ηθοποιός. Γνωστός για τις σουρεαλιστικές του ταινίες, έχει αναπτύξει το δικό του μοναδικό κινηματογραφικό στυλ, το οποίο και έχει χαρακτηριστεί «Λυντσεϊκό», ένα στυλ που διέπεται από την ονειρική εικονοποιία, και την σχολαστική ηχητική σχεδίαση. Τα σουρεαλιστικά, και σε πολλές περιπτώσεις, βίαια, στοιχεία που περιέχονται στα φιλμ του, είναι γνωστό πώς «διασαλεύουν, προσβάλλουν ή καταπλήσσουν» τα ακροατήρια. Ο Lynch είναι πασίγνωστος τόσο για τις ταινίες του, καθώς και για την τηλεοπτική σειρά Twin Peaks. Έχει επίσης μεταβεί στη μουσική παραγωγή, με δύο άλμπουμ, τα «Crazy Clown Time» και «The Big Dream».

Face à La Mer (Κοιτάζοντας τη Θάλασσα)

Les Négresses Vertes: Face à La Mer  

(Κοιτάζοντας τη Θάλασσα)

Στην άμμο, καταπρόσωπα στη θάλασσα,

κείτεται ένα κοιμητήρι·

τα κυπαρίσσια σαν τις λόγχες

διαφυλάσσουν τη σιωπή του.

Στην άμμο είναι κιβούρια από σίδερο

που φυτεμένα, αντικρύζουνε αυτήν.

Φίλε· στη βάρκα μες του χάροντα,

μπήκες να πάς αντίπερα·

μια τσάρκα ας πάμε τώρα

ως το μνημούρι μου,

πάνω στην πέτρα για να δούμε

χαραγμένο τ’ όνομά μου ·

τους πεθαμένους να ευλογήσουμε,

κοιτώντας καταπρόσωπα τη θάλασσα,

και μεθυσμένοι απ’ τη ζωή μέσα στο θάμπος

να χαθούμε.

Στη ζέστη μέσα η σιγαλιά,

έχει το χρόνο σύμμαχο,

μαζί της να λικνίσει,

τόσο τη λόγχη, όσο

και το κυπαρίσσι·

που βάση του είναι οι νεκροί·

κάτω απ’ την άμμο κείτονται

και καταπρόσωπα την θάλασσα κοιτάζουν…

 

Ελληνική Απόδοση & ανάερη ελεύθερη μεταγραφή, Νικόλας Γκόγκος_ MMXVII

cavtat-cemetery-3

Φωτό: Το κοιμητήρι του Catvat στο Dubrovnik της Κροατίας.

Σε Θέλω

Σε Θέλω

Βογγάει ο πεθαμενατζής,

με κράζει ο λατερνατζής,

και ένοχα μου λεν να σε ξεχάσω·

σπασμένα τα καμπαναριά,

εκπνεύσανε όλα τα πνευστά,

με φτύνουνε πικρά, με καταφρόνια…

Μα εγώ,

Σε θέλω

Σε θέλω

Σε θέλω

– Δεν ήρθα εγώ στη Γή για να σε χάσω!

Σαλτάρει ο πολιτευτής,

στα δάκρυα ποτισμένης γής,

που μάνες κλάψαν ενώ μας προσμέναν·

Σωτήρες υπνηλιακοί,

και διάφοροι άλλοι οχληροί,

ζητούν να σου ανοίξω την αγκάλη·

Κι εγώ

Σε θέλω

Σε θέλω

Σε θέλω

-Δεν πρόκειται εγώ να σε ξεχάσω!

Οι γέροι όλοι ψοφήσανε,

κι ούτε καν αγαπήσανε·

μα οι κόρες τους τώρα

με βάζουν κάτω.

Γυρνώ προς τη βασίλισσα,

κοιτώ τη θεραπαίνιδα,

και ξέρει ότι μ’ αρέσει να

κοιτάζω·

δε της διαφεύγει τίποτα,

για ποιά η καρδούλα μου χτυπά

κιόλας  γνωρίζει·

Σε θέλω

Σε θέλω

Σε θέλω

-Παιδί μου θέλω εγώ να σ’ αγκαλιάσω!

Τώρα ήρθε τ’ αγοράκι σου,

παρά τα τσαλιμάκια του,

του βούτηξα -ο αισχρός- το φλάουτό του·

Αυτό επειδή ψευδότανε·

και όλο σου ριχνότανε,

κι ήταν και τυχερούλης ο μπαγάσας.

Μα εγώ

Σε θέλω

Σε θέλω

Σε θέλω

Δεν ήρθα εγώ στη Γή για να σε χάσω!

 

Νικόλας Γκόγκος 21 Μαρτίου 2017, Παγκόσμια ημέρα της Ποίησης·

μεταγραφή του “I Want you” του Bob Dylan,  Blonde on Blonde, 1966.

screen-shot-2014-11-06-at-4-00-22-pm

O Bob δε χρειάζεται συστάσεις… Μέχρι και Νόμπελ πήρε ο άνθρωπας.

Το Τέλος

Το τέλος

Ήρθε το τέλος όμορφη φίλη. Είναι το τέλος μόνη μου φίλη. Κάθε ανταπόκρισης σ’ αγάπη. Το τέλος. Κάθε αξίας
ορθής. Το τέλος. Καμία έκπληξη ούτε ασφάλεια. Το τέλος. Δεν θα κοιτάξω μες τα μάτια σου ξανά.
Μπορείς να δεις πως θα ’μαστε απέλπιδες σε ανάγκη,
για κάποια χείρα βοηθείας ενός ξένου,
σε μιάν απελπισμένη γη.
Ελεύθεροι και ανοριακοί. Χαμένοι στης οδύνης – ερημία Ρωμαϊκή,
θε ν’ αγκαλιάσουμε τον πόνο.
Κι όλα τα παλληκάρια είναι παράλογα κι όλες οι κοπελιές, το ίδιο.
-Ζώντας μονάχα για μια θερινή βροχή.
Ναι, υπάρχει κίνδυνος στην κόψη αυτής της πόλης.
Καβάλα τη βασιλική άβενιου μωρό μου,
παράξενες σκηνές μες τα χρυσορυχεία…
Καβάλα τη λεωφόρο δυτικά μωρό μου. Καβάλα το φίδι.
Καβάλα το φίδι ως την πανάρχαια τούτη λίμνη.
Μωρό μου, το φίδι αυτό είναι επτά μίλια μακρύ.
Καβάλα τον φίδη. Ξέρεις είν’ γέρος και το δέρμα του είν’ ψυχρό.
Καλύτερη είν’ η Δύση. Καλύτερη είν’ η Δύση. Φτάσε μονάχα πρώτα εκεί και βρίσκουμε τα ρέστα.
Το μπλε λεωφορείο μας καλεί. Το μπλε λεωφορείο μας καλεί. Οδηγέ, πού μας πάς; Πού μας αδειάζεις;
Γιατί ο φονιάς ξύπνησε λίγο πριν την αυγή. Και φόρεσε τις μπότες του. Κι έκλεψε κάποια μάσκα απ’ την αρχαία γκαλερί. Περπάτησε στο διάδρομο. Και πήγε ως το δωμάτιο. Που ζούσε η αδερφή του. Μετά ξεπλήρωσε μια
επίσκεψη στον μόνο του αδερφό. Και μετά τράβηξε το διάδρομο και ήρθε σε μια πόρτα. Κοίταξ’ έπειτα μέσα.
«Πατέρα;»
«Ναι γιέ μου;»
«Θα πεθάνεις».
«Μητέρα; …Θα σε…»
Έλα μωρό μου και δοκίμασε την τύχη σου με μάς. Έλα μωρό μου και δοκίμασε την τύχη σου με μάς. Συνάντησέ με πίσω απ΄ το μπλε λεωφορείο. Ξέρεις, βραχάκι μπλε κουμπώνοντας, μέσα στο μπλε λεωφορείο. Ώωωου, ναι!
Αυτό είναι το τέλος όμορφη φίλη, μόνη μου φίλη. Το τέλος.
Θα πρέπει να σ’ ελευθερώσει, αν και πονά, μιας και ποτέ δε μ’ ακολούθησες, ποτέ σου…
Το τέλος είν’ του γέλιου, των ψεμάτων των γλυκών, το τέλος των βραδιών που πήγαμε να σκοτωθούμε.
Είναι : Το Τέλος.

Jim Morisson – “The end”_Μεταγραφή, Νικόλας Γκόγκος_MMXVI
Ας εκληφθεί ως παραλλαγή, παραβολής της έξωσης,
των δύο πρωτοπλάστων.